Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

 

Μονογραφία

ἐν ὄψει τῆς ἐτησίου μνήμης του στίς 14 Ἰουλίου

καί τῆς ἐτησίου ἱερᾶς Πανηγύρεως τοῦ φερωνύμου

Ἱεροῦ Κοινοβίου Πενταλόφου Παιονίας Κιλκίς,

Μετοχίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγίου Ὄρους

Καθώς πλησιάζει ἡ ἐτήσια ἑορτή τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, δραττόμεθα τῆς ἀφορμῆς νά ἐνθυμηθοῦμε ἐν συντομίᾳ τόν βίο καί τό ἔργο του. Ὁ Ἅγιος γεννήθηκε στή ἁγιοτρόφο Νάξο τό 1749, ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Ἀντώνιο καί τήν Ἀναστασία Καλλιβούρτση καί κατά τό ἅγιο Βάπτισμα ἔλαβε τό ὄνομα Νικόλαος. Μαθήτευσε στή Νάξο δίπλα στόν πάλαι ποτέ Σχολάρχη τῆς Πατριαρχικῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς Χρύσανθο Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀδελφός τοῦ ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἀργότερα φοίτησε στήν ἐξάκουστη Εὐαγγελική Σχολή τῆς Σμύρνης ὑπό τήν ἐμπνευσμένη διδασκαλία τοῦ τότε περιφήμου διδασκάλου Ἱεροθέου (Δενδρινοῦ τοῦ Ἰθακησίου). Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀλλά πολύ περισσότερο πλέον στή Σχολή ἀνεφάνησαν τά ἔκτακτα πνευματικά χαρίσματά του, κυρίως αὐτό τῆς ἀπέραντης μνήμης καί φιλομάθειάς του, συνδυασμένης καί ἀσφαλισμένης πάντοτε μέ πολλή ταπεινοφροσύνη, κάτι πού τόν ἔκανε ἀγαπητό σέ δασκάλους καί συμμαθητές. Ἔλεγαν πώς τοῦ  ἀρκοῦσε νά διαβάσει ἕνα ἀνάγνωσμα μία μόνον φορά, καί μετά σέ ὅλη του τή ζωή μποροῦσε νά τό ἀνακαλέσει ἐπακριβῶς στή μνήμη του, μέ ὑποσημειώσεις, σελίδες κλπ.

Ποθοῦσε διακαῶς νά ζήσει τήν τέλεια ζωή τῶν μοναχῶν. Σέ ἡλικία 26 ἐτῶν, τό 1775, ἀφοῦ πρῶτα συνόδευσε τήν μητέρα του στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στή Νάξο (ὅπου ἀργότερα ἔλαβε τό μοναχικό Σχῆμα μέ τό ὄνομα Ἀγάθη), ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Μάλιστα ἦταν τόσος ὁ πόθος του γιά νά πάει ἐκεῖ νά μονάσει, ὥστε ὅταν ἀπό μακριά εἶδε πώς τό καΐκι πού θά τόν μετέφερε στό Ἅγιον Ὄρος σήκωσε ἄγκυρα καί ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήσει, ἔπεσε στή θάλασσα καί κολύμβησε γιά νά τό φθάσει, ὥσπου ὁ καπετάνιος καί οἱ ναῦτες φοβούμενοι τόν Θεόν, σταμάτησαν καί τόν πῆραν. Ἔφθασε στή Μονή Διονυσίου ὅπου μετά ἀπό σύντομη δοκιμασία ἐκάρη μοναχός.

Μετά ἀπό δύο χρόνια ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου, μέ τόν ὁποῖο εἶχε γνωριστεῖ προηγουμένως στήν Ὕδρα, καί τοῦ ἀνέθεσε τό ἔργο τῆς ἀποκάθαρσης καί ἔκδοσης τῆς «Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό πρῶτο συγγραφικό ἔργο τοῦ Ἁγίου.

Καί τότε, ὡς γράφει ὁ βιογράφος του Εὐθύμιος, «ἄρχισεν ὁ εὐλογημένος, –μά τί ἄρχισεν; ἀπορῶ, καί δέν ἠξεύρω τί νά εἰπῶ· νά εἰπῶ πνευματικούς ἀγῶνας; ἤ ὑπερβολικούς κόπους τοῦ νοός καί τῆς σαρκός του ;».

Ἔκτοτε, με εὐλογία τῶν πνευματικῶν του πατέρων περιδιάβηκε ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος γιά νά συλλέξει ὡς φίλεργος μέλισσα τούς θησαυρούς τῆς Πατερικῆς σοφίας ἀπό τίς βιβλιοθῆκες τῶν Μονῶν ἀλλά καί τό μέλι τῆς ἡσυχίας ἀπό τά ἀσκηταριά τῶν λευκασμένων στήν ἄσκηση καί θεωρία ἀσκητῶν. Ἔζησε μάλιστα ὡς ἐρημίτης ἕνα ὁλόκληρο ἔτος στήν ἐρημόνησο Σκυροπούλα, τό 1781, ὅπου καί συνέγραψε χωρίς κανένα βοήθημα τό «Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον».

Μετῆλθε τῆς θεοποιοῦ ἡσυχίας, μέ σκληρότατες νηστεῖες, ἀρρέμβαστες προσευχές, μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καί τῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων. Ἔγινε ἔτσι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ κοινός διδάσκαλος ὄχι μόνον τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀλλά καί τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Σέ μιά ἐποχή ὅπου δέν ὑπῆρχαν τά σύγχρονα τεχνικά μέσα, ὅπου τό μόνον βοήθημα τό βράδυ ἦταν τό ἀδύναμο καί τρεμάμενο φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ὅταν ὅλα τά ἔσκιαζε ἡ φοβέρα καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά τοῦ ὠμοῦ Τούρκου κατακτητῆ, σ᾿ ἐκείνη ἀκριβῶς τήν ἐποχή ἔλαβε χώρα τό θαῦμα πού ἀκούει στό ὄνομα Ἅγιος Νικόδημος. Ὁ ταπεινός, ὁ ἀφανής, ὁ ρακενδύτης ἀσκητής, προικισμένος ὅμως μέ ἀπέραντη μνήμη, ὀξυδέρκεια, καί κυρίως ἀπέραντη ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν πλησίον, ἔγραψε περισσότερα ἀπό 100 βιβλία (πού ἐκδόθηκαν εἴτε ὅσο ζοῦσε εἴτε καί μετά θάνατον) χωρίς νά ὑπολογίζουμε ὅσα κατά καιρούς ἔρχονται ἔκτοτε στήν ἐπιφάνεια ὡς ἀνέκδοτα ἔργα του. Θεωρεῖται δέ ὁ μεγαλύτερος θεολόγος μετά τήν Ἅλωση καί ὁ πολυγραφότερος ὅλων. Μαζί μέ τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, διεφώτισε τό βυθισμένο στήν πνευματική ἄγνοια ὕστερα ἀπό τόσους αἰῶνες σκλαβιᾶς ὀρθόδοξο χριστιανικό Γένος τῶν Ἑλλήνων.  Ἔβαλε τίς βάσεις γιά τήν ἐπαναφορά ὄχι μόνον λαϊκῶν ἀλλά καί κληρικῶν καί μοναχῶν στήν ὁδό τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς-νηπτικῆς παραδόσεως, καί ἔγινε ἔτσι στυλοβάτης ἔργῳ καί λόγῳ τοῦ πνευματικοῦ ρεύματος τῆς ἐπιστροφῆς στή γνήσια ἡσυχαστική πατερική παράδοση, τοῦ εἰρωνικῶς ἀποκληθέντος ἀπό τούς ἀντιπάλους του «Κολλυβαδικοῦ κινήματος».

Ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός θεωρεῖται ὁ ἀφυπνιστής τοῦ Γένους διά τοῦ κηρύγματός του, ὁ ἅγιος Νικόδημος εἶναι αὐτός πού ἀφύπνισε τούς ὑποδούλους Ἕλληνες μέ τά συγγράμματά του.

Ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος τοῦ Κολλυβαδικοῦ κινήματος ἦταν ἡ μή ἀνοχή ἐκ μέρους τῶν παραδοσιακῶν μοναχῶν τοῦ νεωτερισμοῦ τῆς τέλεσης μνημοσύνων ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ. Ἔλεγαν πώς ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι τήν Κυριακή, καθώς αὐτή εἶναι ἀπαύγασμα τῆς πρώτης καί μεγάλης Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ἑορτάζουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δέν νοεῖται τήν Κυριακή νά τελοῦμε μνημόσυνα κεκοιμημένων καί νά πενθοῦμε, δέν νοεῖται νά συμμίγνυνται τά ἀναστάσιμα καί εὐφρόσυνα μέ τά πένθιμα. Γιά τά μνημόσυνα ἁρμοδιότερη ἡμέρα εἶναι τό Σάββατο, ἤ ὁποιαδήποτε καθημερινή, πλήν ἑορτῆς. Αὐτή ἡ ἀντιπαράθεση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν ἔριδες στό Ἅγιον Ὄρος, οἱ ὁποῖες διογκώνονταν, ὡς μή ὄφειλε, καθώς οἱ ὑποστηρικτές τῆς χαλάρωσης τῆς παραδόσεως ἀντιμετώπιζαν ἐρειστικά τούς ἁγίους Κολλυβάδες Πατέρες.

Ἀκόμη κι ἔτσι ὅμως, ζῶντος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἐδικαιώθη τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καί οἱ λοιποί Κολλυβάδες. Ἡ σύναξη τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν βρῆκε κατά τήν ἀπολογία του «ὀρθοδοξότατον καί τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμον» καί πρός τοῦτο ἐξαπέλυσε σχετική βεβαιωτική ἐπιστολή («ἁπανταχοῦσα») σέ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ δέ Πατριάρχης Θεοδόσιος ἔγραψε: «ὅτι οἱ μὲν ἐν Σαββάτῳ ποιοῦντες τὰ  τῶν ἀποιχομένων (σ.σ.: κεκοιμημένων) μνημόσυνα, καλῶς ποιοῦσιν, ὡς τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας φυλάττοντες· οἱ δὲ ἐν Κυριακῇ, οὐχ ὑπόκεινται κρίματι». Ἡ ἰσορροπημένη καί εἰρηνευτική αὐτή διατύπωση δείχνει στόν προσεκτικό ἀναγνώστη ποῦ ἔγκειται ἡ ἀκρίβεια καί ποῦ ἡ οἰκονομία, ἀναγνωρίζει δέ συγκεκαλυμμένως τήν ὀρθή θέση τῶν Κολλυβάδων ἔναντι τῶν κατηγόρων τους. Κυρίως ὅμως ὁ ἅγιος Νικόδημος δικαιώθηκε στή συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί πολύ περισσότερο ἐδικαιώθη ἀπό τόν Θεόν, διότι σήμερα οἱ Κολλυβάδες ἑορτάζονται ὡς Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐνῶ οἱ κατήγοροί τους ἔχουν παραπεμφθεῖ στή λήθη τῆς Ἱστορίας...

Τό Κολλυβαδικό κίνημα, ἐνῶ ξεκίνησε ἀπό αὐτήν τήν συγκεκριμένη ἀντιπαράθεση, μεταστοιχειώθηκε καί ἐξελίχθηκε σέ κάτι πολύ εὐρύτερο. Ἔγινε τό ἅρμα τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης πού ὑποστήριζε τήν ἐπιστροφή στήν πατερική παράδοση, στή λειτουργική ζωή, ἔγινε ἕνα κατά κυριολεξία φιλοκαλικό κίνημα. Ἡ, κατά θεία παραχώρηση, ἐξορία πολλῶν Ἁγιορειτῶν Κολλυβάδων σέ ὁλόκληρο τόν ἐλλαδικό χῶρο ἀλλά κυρίως στόν αἰγαιοπελαγίτικο, λειτούργησε ὡς τό ἀντίπαλο δέος στόν σκοταδισμό τοῦ δυτικοῦ ἄθεου διαφωτισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ἀλλά καί στό κύμα τῶν ἐξισλαμισμῶν ἕνεκα τῆς πολύχρονης μουσουλμα-νικῆς αἰχμαλωσίας, τά ὁποῖα ἀμφότερα ἀπειλοῦσαν τό ὑπόδουλο Γένος.

Ὁ ἅγιος  Νικόδημος, σύν τοῖς ἄλλοις, ἦταν μεγάλος ἀσκητής. Νήστευε ἰσοβίως. Τό φαγητό του ἦταν συνήθως ρύζι νερόβραστο ἤ νερόμελο, τόν δέ περισσότερο καιρό ἐλιές καί κουκιά μουσκεμένα. Ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅπως γράφει ὁ βιογράφος του Εὐθύμιος, τόν κρατοῦσε ἀκμαῖο, μέ τά «μάγουλα ροδοκόκκινα, σά νά ξεφάντωνε καθημερινῶς».

Μερικά ἀπό τά συγγράμματά του, πού εἴτε διόρθωσε εἴτε ἐξ ἀρχῆς συνέθεσε: Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, Εὐεργετινός, Περί συνεχοῦς θείας Μεταλήψεως, Ἀλφαβηταλφάβητος, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, Ἅπαντα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἐξομολογητάριον, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τὰ σῳζόμενα, Πηδάλιον, Ἀόρατος Πόλεμος, Νέον Μαρτυρολόγιον (ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε ἀλείπτης Νεομαρτύρων), Πνευματικά Γυμνάσματα, Νέον Ἐκλόγιον, ᾈσματικά Ἐγκώμια Ἐπιταφίου, Θεοτοκάριον, Χρηστοήθεια, Εὐχολόγιον, Ἐξομολογητάριον, Ἅπαντα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἑρμηνεία εἰς τάς 7 Καθολικάς Ἐπιστολάς, Ἑρμηνεία εἰς τάς 14 Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀπάνθισμα προφητανακτοδαυϊτικῶν ψαλμῶν, Κῆπος Χαρίτων, Βίβλος Ἰωάννου καί Βαρσανουφίου, Ὑπομνήματα ἁγίων ἀνδρῶν Ἁγιορειτῶν, Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ὁμολογία Πίστεως, Ἑορτοδρόμιον, Νέα Κλῖμαξ, κ.ἄ.

Τό ποικίλο ἔργο του, πού ἐκτείνεται σέ εὗρος καί βάθος πρός κάθε τομέα τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης,  εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά χαρακτηριστεῖ μεγάλος κανονολόγος, δογματολόγος, λειτουργιολόγος, ἑρμηνευτής, ὑμνογράφος, ἁγιολόγος. Λέγεται ὅτι ἄν κάποιος διαβάσει τά βιβλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, δέν χρειάζεται νά διαβάσει κάποιο ἄλλο θεολογικό ἤ πατερικό βιβλίο, ἀκριβῶς ἐπειδή μέσα σέ αὐτά ὁ Ἅγιος ἔχει συμπεριλάβει τό καταστάλαγμα ὅλης τῆς Πατερικῆς Γραμματείας.

Σέ ὅλα τά προοίμια τῶν ἔργων του ὑπῆρχε ἡ προμετωπίδα: «Εἰς κοινήν πάντων τῶν Ὀρθοδόξων ὠφέλειαν», γεγονός πού φανέρωνε τόν πόθο τοῦ Ἁγίου νά καταστήσει τούς ὑπόδουλους ἀδελφούς του, λαϊκούς, μοναχούς καί κληρικούς, κοινωνούς τῶν θησαυρῶν τῆς Πατερικῆς σοφίας πού πήγαζε ἀπό τά ζείδωρα καί θεοφώτιστα συγγράμματά τους. Νά τούς ἐπαναφέρει στήν ὁδό τῆς γνήσιας πατερικῆς παράδοσης τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, μέ ἕναν λόγο στήν ὁδό τῆς σωτηρίας καί τῆς θεώσεως.

Ὁ Ἅγιος, ὅπως γράφει ὁ βιογράφος του, περνοῦσε τήν ὥρα του γράφοντας καί ἐξηγώντας κάποιο νόημα τῶν θείων Γραφῶν ἤ μέ γυρισμένο τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς καρδιᾶς ἀδολεσχοῦσε στή νοερά προσευχή, ἐπικαλούμενος τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.

Τό ἐξαίρετο αὐτό καύχημα τοῦ Ἁγίου Ὄρους δικαίως ἀνακηρύχθηκε ὡς ὁ μέγιστος θελόγος τῶν ἕξι τελευταίων αἰώνων. Μέ τά πολυάριθμα καί θεοφώτιστα συγγράμματά του στήριξε καί καθοδήγησε τό πολύπαθο γένος τῶν Ἑλλήνων τά σκοτεινά ἐκεῖνα χρόνια, ἀλλά φωτίζει καί καθοδηγεῖ ἅπαν τό Γένος τῶν Ὀρθοδόξων ἕως συντελείας τῶν αἰώνων.

Ὑπομονητικός στίς συκοφαντίες, πρᾶος καί γαλήνιος, προσευχόταν καί νουθετοῦσε ταπεινά καί ἀγαπητικά τούς συκοφάντες του. Ρακενδύτης, (ντυμένος μέ κουρέλια), φορώντας τσαρούχια ἀπό δέρμα χοίρου, μέσα στό ὀστράκινο σκεῦος τῆς σαρκός του ἔκρυβε τούς θησαυρούς τῆς ἄνωθεν σοφίας. Καί παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν ὁ παγκοίνως καθομολογούμενος διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί πέραν αὐτοῦ, παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν τό φόβητρο τῶν αἱρετικῶν παπικῶν (τούς ὁποίους κάποτε κατατρόπωσε παρουσίᾳ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, κατακαίοντας ὡς φρύγανα τίς κακοδοξίες τους), ὁ ἴδιος ἀποκαλοῦσε τόν ἑαυτό του «κύνα τεθνηκότα» (ψόφιο σκυλί), ἀκολουθώντας τό γραφικόν: «ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὑρήσεις χάριν» (Σοφία Σειράχ, 3,18).

Ἐκοιμήθη στίς 14 Ἰουλίου τοῦ 1809 σέ ἡλικία 60 ἐτῶν στό Ἅγιον Ὄρος, στό κελλί τῶν φίλων του Σκουρταίων, στίς Καρυές, ἔχοντας διανύσει ἕναν καταπληκτικό βίο ἀμετρήτων κόπων, νηστειῶν, προσευχῶν καί ἔχοντας ἀποδυθεῖ σέ ἕναν ἀνεπανάληπτο συγγραφικό ἄθλο μέ τά πενιχρά τεχνικά καί οἰκονομικά μέσα τῆς ἐποχῆς.

Στίς τελευταῖες ἐπίγειες στιγμές του, περιστοιχισμένος ἀπό οἰκείους, ζήτησε νά μεταλάβει. Λίγο ἀργότερα, τόν ἐρώτησαν; «Διδάσκαλε τί κάνεις, ἡσυχάζεις;» Καί ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Τόν Χριστόν ἔβαλα μέσα μου καί πῶς νά μήν ἡσυχάσω;». Καί τότε ἐσιώπησεν. «Τῇ δὲ δεκάτῃ τετάρτῃ ἀνατέλλοντος τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου ἐβασίλευσεν ὁ νοητός ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ [...]. Ἐπένθησαν οἱ φίλοι καί γνωστοί καί ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνας Χριστιανός καί ἀγράμματος ὤν εἶπε τοιοῦτον λόγον: “Πατέρες μου, καλλίτερον νά ἀπόθαιναν χίλιοι Χριστιανοί σήμερον καί ὄχι ὁ Νικόδημος”».

 

ΠΗΔΑΛΙΟΝ

Ἰδιαίτερη ἀναφορά ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά κάνουμε στό περίφημο «Πηδάλιον» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, τό ὁποῖο τόν ἀνέδειξε μεταξύ ἄλλων σέ μέγα κανονολόγο. Πρόκειται γιά τό μεγαλύτερο σέ σπουδαιότητα καί τό πιό διαχρονικό ἔργο του. Σέ αὐτό συγκέντρωσε μέ τάξη ὅλους τούς κανόνες τῶν Ἀποστόλων, τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Εἶναι, θά λέγαμε, τό Σύνταγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὀνομάσθηκε «Πηδάλιον», διότι κάθε ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων πού περιέχονται σέ αὐτό νά πηδαλιουχεῖ τό σκάφος τῆς τοπικῆς του ἐκκλησίας πρός εὐδίους λιμένας. Ὅποτε τό Πηδάλιον καταφρονεῖται, τότε ἔρχονται συμφορές καί γιά τήν Ἐκκλησία καί γιά τό Γένος, διότι ὡς γνωστόν, «οἱ ἱεροί κανόνες ἐκδικοῦνται». Ὅποιος ὅμως καθοδηγεῖται καί καθοδηγεῖ βάσει τοῦ «Πηδαλίου», εἶναι μακάριος καί μέ ἀσφάλεια πορεύεται εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Ἅγιος δέν ἀρκέσθηκε νά συγκεντρώσει ἁπλῶς τούς ἀτάκτως εὑρισκομένους τῆδε κακεῖσε –καί διαστρεβλωμένους ἐνίοτε– ἱερούς κανόνες, ἀλλά προχώρησε καί στήν ἑρμηνεία τους καί συνέταξε τίς περίφημες «Συμφωνίες», ὅπου καταδείκνυε τή συμφωνία τῶν Κανόνων γύρω ἀπό ἕνα ὁρισμένο ζήτημα, παρά τήν ὅποια φαινομενική λεκτική ἀντίθεσή τους. Ἔτσι φανέρωνε πώς τό αὐτό πνεῦμα, τό Ἅγιον Πνεῦμα, διέπει διαχρονικά τούς κανόνες τῶν διαφόρων Συνόδων. Παρά τήν ἀπόπειρα παραχάραξης τοῦ «Πηδαλίου» ἀπό τόν ψευδάδελφο Θεοδώρητο, τό ἔργο ἀποκαθάρθηκε ἐγκαίρως ἀπό τίς ἐπεμβάσεις αὐτοῦ καί κυκλοφορήθηκε ὅπως τό συνέταξε ὁ ἅγιος Νικόδημος.

 


Ἡ κλοπή καί ἡ θαυμαστή ἐπάνοδος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου

τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στό Ἱερό Κοινόβιο

Τὸ 2010 ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά ὑποστεῖ τό Ἱερό Κοινόβιο ἕναν μεγάλο πειρασμό. Μέσα στή νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τή Δευτέρα 15 Μαρτίου, δύο ἄγνωστοι ἀφαίρεσαν ἕνα ἀπό τά ἀποτμήματα τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ἀπό τή λειψανοθήκη του, πού τότε βρισκόταν μονίμως ἐκτεθειμένο στό Καθολικό.  Πέρασαν 30 μέρες ἄκαρπων ἐρευνῶν ἀπό τήν Ἀστυνομία, πέρασε καί τό Πάσχα μέσα σέ μιά κατάσταση ἀθυμίας. Ὥσπου, ἀκριβῶς ἕνα μήνα μετά, ἕνα τηλεφώνημα ἦλθε νά ξαναδώσει τήν χαμένη ἐλπίδα. Ἕνας ἱερεύς γειτονικῆς Μητρόπολης μᾶς πληροφοροῦσε πώς «μᾶς φέρνει κάτι πολύτιμο». Πράγματι, μετά ἀπό λίγο ἔφερε τό ἅγιο λείψανο, διηγούμενος ὅτι τοῦ ἐμφανίσθηκε ἕνας ἄγνωστος καί τοῦ ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ἄρχισε νά ἐξομολογεῖται μέ ἀναφιλητά λέγοντας ὅτι ἔκανε κάτι πολὺ φοβερό. Μέ κλάματα τοῦ εἶπε ὅτι ἔγινε ἱερόσυλος. Ὁμολόγησε πώς ἔκλεψε τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου ἀπό τό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στό Πεντάλοφο. Ὅλο τό διάστημα αὐτό, μετανοημένος, ἔκλαιγε γιά αὐτό πού εἶχε κάνει καί ἤθελε νά τό ἐπιστρέψει. Αἰτία τῆς μεταστροφῆς του, ἦταν ἡ ἐπέμβαση τοῦ ἴδιου τοῦ Ἁγίου. Χαρακτηριστικά εἶπε ὅτι τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος τέσσερεις φορές καί τόν παρακάλεσε ἱκετευτικά: «Σέ παρακαλῶ, παιδάκι μου, νά μέ πᾶς στό σπίτι μου, ἀπό ἐκεῖ πού μέ πῆρες, ἀρκετὰ μέ ταλαιπώρησες». Κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες ὁ ἱερόσυλος παρέδωσε στόν ἱερέα τό ἅγιο λείψανο. Δεύτερη ἀνάσταση ζήσαμε τότε!

Ἀπό τότε καθιερώθηκε νά ἑορτάζεται στό Ἱερό Κοινόβιό μας πανηγυρικά ἡ θαυμαστή ἐπάνοδος τοῦ ἁγίου λειψάνου τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, καθώς καί ἐμεῖς, ὅπως κάποτε ὁ ἄπιστος Ἀπόστολος Θωμᾶς, χάσαμε τήν ἐλπίδα καί τήν πίστη μας στήν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου, πού μπορεῖ νά δίνει λύσεις στά ἀδιέξοδα. Καί νοιώσαμε μεγάλη χαρά πού ὁ Ἅγιος ἔδειξε τήν εὐαρέσκειά του ἀποκαλώντας τό ταπεινό μας Κοινόβιο «σπίτι του». Ναί, λοιπόν, εἴμαστε φιλοξενούμενοι στό σπίτι τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Καί ὀφείλουμε νά εὐαρεστοῦμε τόν οἰκοδεσπότη μας ὅσο γίνεται περισσότερο, χάριν τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ

Τό μοναστήρι μας τά ἔτη 1999, 2009 καί 2019 (μέ ἀφορμή τά 190, 200 καί 210 ἔτη ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου ἀντίστοιχα), ὀφειλητικῶς καί υἱϊκῶς διοργάνωσε καί πραγματοποίησε στούς χώρους του μέ μεγάλη ἐπιτυχία τρία ἐπιστημονικά συνέδρια πρός τιμήν τοῦ ἀνεξάντλητου Ἁγίου Νικοδημου. Εἶναι τά ἑξῆς:

21-23 Σεπτεμβρίου 1999: Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Ἡ ζωή καί ἡ διδασκαλία του.

3-5 Σεπτεμβρίου 2009: Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, 200 χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του.

20-21 Σεπτεμβρίου 2019: Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἡ ἐφαρμογή τῶν διδαχῶν του στή σημερινή πραγματικότητα.

Τά πρακτικά τῶν δύο πρώτων Συνεδρίων ἔχουν κυκλοφορηθεῖ καί σέ λίγο χρονικό διάστημα θά κυκλοφορηθοῦν καί τά πρακτικά τοῦ τελευταίου.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τέλος ἄς σημειωθεῖ πώς τό μοναστήρι μας ἔλαβε τό ὄνομά του ἕνεκα τῆς ἀγάπης, τῆς εὐλαβείας καί τοῦ σεβασμοῦ πού ἔτρεφε ὁ ἀοίδιμος Γέροντάς μας Χρυσόστομος, Κτήτωρ, πατήρ καί πρῶτος Καθηγουμένος τοῦ Κοινοβίου μας καθώς ὁ ἀείμνηστος πρ. Πολυανῆς, Γουμενίσσης καί Κιλκισίου, καί μετέπειτα Παρονοξίας Ἀμβρόσιος πρός τόν Ἅγιον Νικόδημο. Ὁ κυρός Ἀμβρόσιος, ὁ ὁποῖος εἵλκυε τήν καταγωγή του ἀπό τήν ἁγιοτόκο Νάξο, ὑπῆρξε ἐκεῖνος πού ἔθεσε τόν θεμέλιο λίθο τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Κοινοβίου, ὅστις καί ἔδωσε τήν κανονική εὐλογία του γιά τήν ὑπαγωγή του ὡς μετοχίου στήν Ἱερά Μονή Σίμωνος Πέτρας Ἁγίου Ὄρους.

Ἄς κλείσουμε τήν παροῦσα ἀφιέρωσή μας στόν Ἅγιο, χρησιμοποιώντας τά λόγια τοῦ βιογράφου του:

«Ἀλλὰ τὸ νὰ πενθῇ τινὰς καὶ νὰ ὀδύρεται τὸν θάνατον τοιούτου ἀνδρὸς εἶναι εὔλογον μέν, ἀλλὰ μὲ κρίσιν ἀνθρώπινον. Ὅμως ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἔκρινεν εὐλογώτερον, διὰ νὰ τὸν ἐπάρῃ, καθὼς τὸ ἐζητοῦσε, διατὶ ἐκοπίασε ὑπερβολικῶς εἰς τὸν μυστικὸν ἀμπελῶνα Αὐτοῦ. Καὶ ἂν ἀπέθανε ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐκρύβη ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἡρπάγη διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ γηρατείου καὶ τῆς ἀκολουθούσης ἐξ αὐτοῦ ὀδυνηρᾶς ζωῆς. Ἀλλὰ αἱ ἀκτῖνες τῶν διδαχῶν αὐτοῦ εἶναι μετεμᾶς καὶ μᾶς φωτίζουν καὶ ἔχουν νὰ φωτίζουν τὴν Ἐκκλησίαν...».

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ ὑπέρ ἡμῶν τῶν ἐνασκουμένων ἐν τῷ φερωνύμῳ σου Ἱερῷ Κοινοβίῳ, ὑπέρ τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν αὐτοῦ καί ὑπέρ τοῦ ἀτρύτοις πόνοις ἀνεγείραντος καί ἀφιερώσαντός σοι, τό ἐν Παΐκῳ ὄρει ἱερόν τοῦτο καθίδρυμα, ἀοιδίμῳ Χρυσοστόμῳ ἱερομονάχῳ.

Ὁ Καθηγούμενος

τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου