Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2021

Πολυαγαπημένε μας Πατέρα, «εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου...»

Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε στό Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδή­μου κατά τό τελεσθέν τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ πνευματικοῦ μας Πατέρα, μακαριστοῦ Γέροντος Ἀρχιμανδρίτη Χρυσοστόμου, τήν 1η Μαρτίου 2021


Μακάριος ἀνήρ, ᾧ οὐ μή λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν, οὐδέ ἐστιν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ δόλος


Ποιός ἀντίκρισε τό ἱλαρό σου βλέμμα καί δέν αἰχμαλωτίσθηκε ἀπ᾿ τά προσευχητικά σου μάτια; Ποιός σέ ἄκουσε νά ὁμιλεῖς καί δέν κατανύχθηκε ἀπό τήν πραεία φωνή σου; Ποιός σέ εἶδε νά χαμογελᾶς καί δέν ἔνοιωσε ὅτι τό χαμόγελό σου κρύβει παράδεισο, ἀφοῦ βίωνες τήν χαρά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπ᾿ αὐτήν τήν ζωή; Ποιός ἀκούμπησε τά κρίματά του στό πετραχήλι σου καί δέν τόν ἄγγιξαν τά γεμάτα Ἅγιο Πνεῦμα λόγια, πού ἔβγαιναν ἀπό τό χρυσό σου στόμα; Ποιός ἀκολούθησε τά λόγια σου καί δέν βρῆκε ὠφέλεια στήν ζωή του; Ποιός σέ εἶδε νά ἱερουργεῖς καί δέν ἔνοιωσε ὅτι ἔχει μπροστά του ἕναν ἅγιο λειτουργό τοῦ Ὑψίστου; Ποιός ἄνθρωπος σέ πλησίασε καί δέν θέλχθηκε ἀπό τό παράδειγμα τῆς βιοτῆς σου; Ποιός συναναστράφηκε μαζί σου καί θέλησε νά σέ ἀποχωρισθεῖ; Ποιός σέ γνώρισε καί δέν σέ ἀγάπησε; 

Αὐτή ἡ σύντομη καί λιτή περιγραφή ἀντικατοπτρίζει κάπως τήν ἁγιασμένη φυσιογνωμία τοῦ σεπτοῦ μας Πατέρα, τοῦ ἀγαπημένου καί ἀοιδίμου Γέροντά μας. 

Μιά ἀληθινή εἰκόνα Ἁγίου Πνεύματος καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς ὑπῆρξες, πολυαγαπημένε μας Πατέρα. Ἡ ζωή σου ὅλη ἦταν μόνον ὁ Χριστός. Ζοῦσες μόνον γιά τόν Χριστόν καί ἀγαποῦσες μόνον τόν Χριστόν. Αὐτός ἦταν ἐκ νεότητός σου ὁ ἐκλεκτός τῆς καρδίας σου, αὐτός ἦταν ὁ ὁδηγός καί συναντιλήπτορας τῶν θεϊκῶν ἀναβάσεών σου, αὐτός ἦταν τό καύχημα ὁλοκλήρου τῆς ἐνθέου μοναχικῆς πορείας σου. Ἀγάπησες τόν Χριστόν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου. Μαθήτευσες ἀπό νωρίς παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἔφερες γιά μιά ζωή τά στίγματα καί τά σημάδια τῶν πληγῶν Του. Γι᾿ αὐτό ὑπῆρξες ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος, ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.

 Καί τώρα γιά τήν ἀγάπη τῶν πολυπληθῶν πνευματικῶν σου παιδιῶν, τῶν μοναχῶν καί τῶν μοναζουσῶν ἀλλά καί τῶν λαϊκῶν μας ἀδελφῶν θά προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε μέ λίγες γραμμές τήν ζωή σου, καλέ μας ποιμένα. Γιατί ἔφθασε πλέον ἡ στιγμή  ἐκείνη πού ὁ Κύριός σου σέ κάλεσε κοντά Του. Ἀποτίναξες πλέον τό σαρκίον τοῦ φθαρτοῦ σώματός σου. Καί τώρα μέ τήν λευκή στολή τῆς ἡγιασμένης ψυχῆς σου ὁδηγήθηκες στό ὑπερουράνιο Θυσιαστήριο, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός». Παρεστάθης ἐνώπιόν του καί ὡς ἄλλος Συμεών ἀπήγγειλες μέ εὐφροσύνη πνευματική τήν εὐχαριστία σου πρός τόν Κύριον Ἰησοῦ Χριστό. «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατά τό ρῆμά Σου, ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν Σου, ὅ ἠτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν· φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καί δόξαν λαοῦ Σου Ἰσραήλ». 

Πράγματι, πολυαγαπημένε Γέροντά μας, εἶδες στήν ζωή σου «πρόσωπον Κυρίου». 

Πλήρης χάριτος, φωτισμοῦ καί δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παρεκάλεσας τόν Θεόν νά σέ δεχθεῖ στούς κόλπους Του. Γιατί γνώριζες ὅτι τά παιδία πού σοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός θά συνεχίσουν νά ἀγωνίζονται καί νά καρποφοροῦν στόν πνευματικό λειμῶνα τῆς ἐν Χριστῷ τελειώσεως. Καί ἡ δέησή σου εἰσηκούσθη ἀπό τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί σέ κάλεσε ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς της, τῆς Παναγίας τῆς «Παραμυθίας», στίς 21 Ἰανουαρίου 2021.

Πέρασαν ἤδη σαράντα ἡμέρες ἀπό τόν χωρισμό τοῦ Πατέρα μας, σαράντα ἡμέρες μετά τήν κοίμησή του, σαράντα ἡμέρες μετά τήν ἐν σαρκί ἀπουσίᾳ του, σαράντα ἡμέρες χωρίς τήν ὁσιακή μορφή του. Ἦρθε λοιπόν ἡ στιγμή νά ὁμιλήσουμε γιά τόν ἀείμνηστο Γέροντά μας, νά ἐκπληρώσουμε ἕνα εὐλογημένο χρέος πρός τό σεπτό πρόσωπό του.

Ὁ μακαριστός Γέροντάς μας ἀνῆκε στήν δεύτερη γενιά τοῦ ποντιακοῦ ἑλληνισμοῦ. Γαλουχήθηκε ἀπό μικρός στά ζείδωρα νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως χάρη στό φιλάγιο παράδειγμα τῆς εὐσεβοῦς μητέρας του, Δέσποινας Τσαβδαρίδου τό γένος Νομίδου, ἡ ὁποία μπολιασμένη μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοση, ἔσπειρε στά τέσσερα παιδιά της τούς εὐσεβεῖς καί φιλόθεους σπόρους τῆς πίστεως. 

Γεννήθηκε στίς 28 Ἰουνίου 1947 στήν Θεσσαλονίκη καί ἦταν τό τέταρτο καί τελευταῖο παιδί τῆς οἰκογένειας. Ὁ πατέρας του  Κωνσταντῖνος Τσαβδαρίδης, ἀξιωματικός τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ, ἔφυγε ἀπρόσμενα ἀπό τή ζωή αὐτή τό ἴδιο ἔτος ἕνεκα τοῦ ἀδελφοκτόνου σπαραγμοῦ ἐκείνης τῆς περιόδου. Κατά τό ἅγιο Βάπτισμα ἔλαβε τό ὄνομά του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀπό πολύ μικρός σύχναζε στόν ναό τῆς ἐνορίας του, τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Ἄνω Τούμπας. Τοῦ ἄρεσε πολύ νά προσεύχεται καί νά βοηθᾶ τόν ἱερέα. Μεγάλη ἦταν ἡ χαρά του ὅταν στήν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν ὁ ἱερέας προέτρεψε τήν μητέρα του νά τόν πηγαίνει μέσα στό Ἱερό Βῆμα γιά νά τόν βοηθάει στίς ἱερατικές του ὑποχρεώσεις. Στήν ἡλικία αὐτή τοῦ εἴχανε φτιάξει μάλιστα καί μιά εἰδική στολή γιά τά πολύ παιδικά του μέτρα. Ὁ μικρός Κωνσταντῖνος βίωνε πολύ βαθιά τήν συμμετοχή του στήν θεία Λατρεία. Μιά φορά, κατά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, ἐνῶ βρισκόταν γονατιστός, ἔνοιωσε ἔντονα τόν πόθο καί τήν λαχτάρα νά προσφερθεῖ στόν Χριστό, ἀφιερώνοντας ὁλοκληρωτικά τήν ζωή του σ᾿ Αὐτόν. Ἦταν μόλις ἑπτά ἐτῶν. 

Μετά τά γυμνασιακά του χρόνια καί τό πέρας τῆς στρατιωτικῆς του θητείας ἔτρεξε ἀμέσως σάν διψασμένο ἐλάφι νά συναντήσει Ἐκεῖνον πού πόθησε περισσότερο στή ζωή του: τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ φλογερός πόθος του ἦταν νά ἐνδυθεῖ τό μοναχικό Σχῆμα. Δέν ἀνέβαλε καθόλου. Στίς 6 Μαΐου 1970 καί σέ ἡλικία 23 ἐτῶν ἐκάρη μοναχός στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς στήν Χαλκιδική ἀπό τόν μακαριστό μητροπολίτη Λαγκαδᾶ κυρό Σπυρίδωνα. Τήν ἑπομένη ἡμέρα χειροτονήθηκε διάκονος καί στίς 28 Αὐγούστου 1973 πρεσβύτερος ἀπό τόν ἴδιο Μητροπολίτη.

Μετά ἀπό πενήντα χρόνια ἀφιερώσεως καί ὁλοκληρωτικοῦ δοσίματος στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ζοῦσε ἀκόμη μέ ἔντονα βιώματα τήν μοναχική του κλήση. Ἀπό ἐδῶ βίωνε τήν χαρά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε πολλές φορές: «Χίλιες φορές νά γεννιόμουν, χίλιες φορές μοναχός θά γινόμουν». Καί μέ ἔμφαση τόνιζε: «Δέν ξέρουμε σέ τί Παράδεισο μᾶς ἔβαλε ὁ Θεός, παιδιά μου». 

Φοίτησε ἀρχικά στήν Ἀνωτέρα Ἐκκλησιαστική Σχολή καί στή συνέχεια σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.     

Κατά τήν δεκαετία τοῦ 1970 πραγματοποίησε συνεχῆ καί πολυήμερα προσκυνήματα στό Ἅγιον Ὄρος, ἐπισκεπτόμενος κυρίως τήν  Ἔρημό του.  Ἡ συναναστροφή του μέ θεοφόρους ἐρημίτες τόν ἔθρεψε μέ τό μέλι τῆς ἡσυχίας καί τῆς νηπτικῆς ἐργασίας. Βρέθηκε πολλές φορές καί συνομίλησε μέ χαρισματούχους Γέροντες δημιουργώντας μαζί τους ἕναν στενό δεσμό, ἀπό τούς ὁποίους πολλοί κατατάσσονται σήμερα στήν χορεία τῶν Ἀθωνιτῶν Ὁσίων ὅπως ὁ Ἐφραίμ Κατουνακιώτης, Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης, Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Στέφανος ὁ Καρουλιώτης, Ἀββακούμ ὁ Λαυριώτης ὁ ἀνυπόδητος, Ἀχίλλειος ὁ Ἁγιαννανίτης, Συμεών ὁ Καυσοκαλυβίτης καί ἄλλοι. Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ προρήσεις τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ Κατουνακιώτη καί τοῦ Γέροντος Ἀββακούμ Λαυριώτη ὅτι θά ἱδρύσει μοναστήρι. Ὅταν ὁ π.Ἀββακούμ μέ τό προφητικό του χάρισμα εἶπε στόν μακαριστό Γέροντά μας ὅτι θά κάνει μοναστήρι, ἐκεῖνος βρισκόταν στήν ἡλικία μόλις τῶν 24 ἐτῶν. Ἦταν ἀκόμη διάκος καί δέν εἶχε περάσει ποτέ μέχρι ἐκείνη τή στιγμή μιά τέτοια σκέψη ἀπό τό μυαλό του. Τοῦ εἶχε πεῖ χαρακτηριστικά ὁ Γερο-Ἀββακούμ: «Διάκο, παιδί μου. Ἐσύ μιά μέρα θά κάνεις Μοναστήρι. Νά προσέξεις, Χρυσόστομέ μου, στό Μοναστήρι σου ξενόκουρο νά μήν πάρεις».



 Ὁ Θεός ἀπό πολύ νωρίς φαίνεται τόν ἐξέλεξε. Καί τόν προχείρισε ἀπό τότε νά βρεθεῖ στό σκάμμα τῆς μοναχικῆς παλαίστρας γιά νά μπορέσει μιά μέρα νά φθάσει στά μέτρα τῶν παλαιῶν ἡγουμένων. Αὐτῶν οἱ ὁποῖοι καθαγίασαν τήν βιοτή τους κτίζοντας μέ τά ἴδιά τους τά χέρια ἱερά καθιδρύματα καί ἀσκητικά παλαιστήρια.

Εἶναι ὅμως γνωστό ὅτι, «ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήση οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες». Ἔτσι ὁ κάθε κτήτορας γίνεται ἡ πραγμάτωσις τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς. Τά μυστικά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τά διακριτά στοιχεῖα τῆς ζωῆς του. Γιατί ὁ κτήτορας δέν εἶναι ἕνας ἁπλός τυχαῖος ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ φορέας τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό εἶναι ἄγρυπνη. Κι ἐμεῖς τώρα, ὅ,τι κι ἄν προσπαθήσουμε νά ποῦμε γιά τόν μακαριστό Γέροντά μας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε κτήτωρ τῆς Μονῆς μας καί κτήτωρ ἐπίσης τοῦ γυναικείου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Παναγία Ἄξιόν Ἐστιν» στό Μεσαῖο Θεσσαλονίκης, ἡ γλῶσσα ἀδυνατεῖ νά πληρώσει τόν λόγο. Μόνον ὁ Κύριος γνωρίζει τόν πόνο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀγαπημένου μας Γέροντα, μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει μέ τί πόθο ἡ οὐράνια ψυχή του ἀγωνιζόταν νά μορφώσει ἐκτός ἀπό τόν οἶκο τῶν κτισμάτων καί τόν οἶκο τῶν δικῶν μας ψυχῶν.   

Τό 1979 ἀναχώρησε ἀπό τήν Μητρόπολη Λαγκαδᾶ ὅπου γιά ἐννέα χρόνια διακονοῦσε τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί ἀποφασίζει νά ὑπηρετήσει στήν Μητρόπολη Πολυανῆς, Γουμενίσσης καί Κιλ­κισίου μέ ἀπώτερο σκοπό νά βρεῖ κατάλληλο τόπο ὅπου θά οἰκοδομήσει Θυσιαστήριον εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Ψάχνοντας στίς ἀνατολικές ὑπώρειες τοῦ ὄρους Πάϊκου, ἀφοῦ ἡ περιοχή τοῦ Κιλκίς δέν εὐνοοῦσε γιά τήν ἀνοικοδόμηση ἀνδρώας μονῆς, ἡ ψυχή του θέλχθηκε πολύ μέ τό καταπράσινο τοῦ βουνοῦ καί ἔνοιωσε σάν νά βρέθηκε σέ κάποιο ἄλλο Ἅγιον Ὄρος. Μετά ἀπό θεία νεύση γιά τήν τοποθεσία ἵδρυσης τῆς μονῆς, ἀνακάλυψε ὅτι σ᾿ αὐτήν τήν πλαγιά ὑπῆρχαν παλαιά ἐρείπια ἀσκηταριῶν πού τιμῶνταν στό ὄνομα τῆς ἁγίας Παρασκευῆς. 

Τό 1981 μέ τήν ὁλόθυμη εὐλογία τοῦ τότε μητροπολίτου Ἀμβροσίου (1974-1991 καί μετέπειτα Παροναξίας 1991-2004) ἵδρυσε τό Ἱερό Κοινόβιο καί τό ἀφιέρωσε στόν μεγάλο Ἅγιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Ἀπ᾿ τήν ἀρχή τό μοναστήρι ὑπήχθη διοικητικά στό Ἅγιον Ὄρος ὡς μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, ἀφοῦ καί ὁ μακαριστός πλέον Γέρων Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης εἶχε προτρέψει τότε τόν μητροπολίτη Ἀμβρόσιο νά συναινέσει στήν ὑπαγωγή τοῦ Κοινοβίου ὡς ἁγιορείτικου μετοχίου γιά νά μπορέσει νά ἐπιβιώσει καί νά ἐξελιχθεῖ πνευματικά. Μετά ἀπό τήν θεμελίωση τοῦ πρώτου ναοῦ ἀφιερωμένου στούς Ἀρχαγγέλους, ξεκίνησαν οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμησής του. Ὁ Σεβασμιώτατος φανερά συγκινημένος εὐχήθηκε νά εὐοδωθεῖ ὁ σκοπός τοῦ ἔργου πού εἶχε ἀρχίσει. Τότε ὁ ἀείμνηστος  Γέροντάς μας εὐχήθηκε στόν Μητροπολίτη νά εἶναι ἐκεῖνος ὁ πρῶτος πού θά λειτουργοῦσε στό ἐκκλησάκι πού θά πανηγύριζε στίς 8 Νοεμβρίου. Παράτολμο τό ἐγχείρημα! Πολύ μικρό τό χρονικό διάστημα τῶν δύο μηνῶν, πολύ βραχύς ὁ χρόνος γιά νά οἰκοδομηθεῖ ἕνας ναός. Μολονότι ὁ ἀγαθός ἐπίσκοπος δίστασε μπροστά στήν δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος, στήν συνέχεια εὐχήθηκε νά γίνει πραγματικότητα ἡ ἐπιθυμία τοῦ Γέροντός μας. Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε. Μέσα στό διάστημα δύο μηνῶν ὁλοκληρώθηκε τό ἐκκλησάκι τῶν Ταξιαρχῶν χάρη στίς πρεσβεῖες τῶν Ἀρχαγγέλων καί τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ σεβαστός Γέροντάς μας ἔλαβε στίς 18 Αὐγούστου 1985 τό μεγάλο ἀγγελικό Σχῆμα ἀπό τόν σεβασμιώτατο μητροπολίτη Ἀμβρόσιο. Τήν ἴδια μέρα τόν ἐνεθρόνισε ὡς Καθηγούμενο τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου. Ἡ παρουσία τοῦ Γέροντα στήν περιοχή στάθηκε καταλυτική. Μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως γινόταν πνευματικός πατέρας καί ὁδηγός σ᾿ ἀνθρώπους πού λαχταροῦσαν ν᾿ ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά ζήσουν τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Καί δέν ἄργησαν πολλά πνευματικά παιδιά του νά ζητήσουν νά τόν ἀκολουθήσουν στόν στίβο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Τέτοιο ἦταν τό παράδειγμά του, πού ἔθελγε ὅλο καί περισσότερες ψυχές γιά νά ἀφιερωθοῦν στόν Θεό. Κι αὐτό φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος δέν σκόπευε νά φτιάξει κάτι μεγαλοπρεπές, σέ μορφή μοναστηριοῦ, ἀλλά κάτι μικρό, κάτι σάν ἡσυχαστική Καλύβα, σάν ἐρημιτικό Κελλί, γιά λίγους δηλαδή ἀδελφούς.

Παράλληλα μέ τήν ἀνοικοδόμηση καί ἐπάνδρωση τῆς Μονῆς μας, ὁ σεπτός Γέροντας ἀπό τό 1998 συνέστησε γυναικεία ἀδελφότητα, πνευματικῶς ἐξηρτημένη ἀπό τό Ἱερό Κοινόβιο. Ἀπό τό 1998 μέχρι καί τό 2008 ἡ ἀδελφότητα αὐτή ἐγκαταβίωνε στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου Τριμόρφου, στό χωριό Μοναστηράκι τῆς Μητρόπολης Σιδηροκάστρου, μέ τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Ἰωάννου. 

Ἀπό τό 2006, ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Λαγκαδᾶ Σπυρίδωνος, ξεκίνησε τήν ἀνοικοδόμηση τοῦ γυναικείου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Παναγίας Ἄξιόν Ἐστιν» στό χωριό Μεσαῖο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ γυναικεία ἀδελφότητα ἐγκαταστάθηκε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τό 2008. Σ᾿ αὐτό σήμερα ἀσκοῦνται 20 περίπου ἀδελφές ὑπό τήν καθοδήγηση τῆς Γερόντισσας Εὐφημίας. Τό τελευταῖο διάστημα ὁ ἀοίδιμος Γέροντάς μας συνήθιζε νά κάθεται κάτω ἀπό τά πλατάνια στόν αὔλειο χῶρο τῆς γυναικείας Μονῆς καί ἀπ᾿ ἐκεῖ ἀπολάμβανε νά βλέπει τούς πατέρες νά ἐργάζονται, «μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς», γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας. Χαιρότανε πολύ πού ἔβλεπε τόν ναό νά ὁλοκληρώνεται σιγά-σιγά καί νά διαμορφώνεται μέ τά τειχία, τίς καμάρες, τούς θόλους, τούς τρούλους του. Εἶχε τήν βεβαιότητα ὅτι τό ἔργο τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ δέν θά ἔπαυε νά ἐπιτελεῖται. Τελευταῖα τόν εἶχε καταλάβει μιά ἱερή ἀδημονία. Βιαζόταν νά δεῖ τόν ναό ἀποπερατωμένο. Γι᾿ αὐτό ἐπικέντρωνε ὅλο τό ἐνδιαφέρον του στίς ἐργασίες πού εἶχαν σχέση μέ τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ.     

 Ἰδιαιτέρως χαιρόταν ὅταν λειτουργοῦσε στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Μαρίας Μαγδαληνῆς.  Ὅταν κάποια στιγμή ἔβγαινε στήν Ὡραία Πύλη γιά νά εὐλογήσει ἐκφωνώντας μέ τήν στεντόρεια φωνή του τό «Εἰρήνη πᾶσι» καί ἡ ἀτμόσφαιρα ἔξω φαινόταν νά εἶναι καθαρή, ἀνάμεσα ἀπό τά κυπαρίσσια ἀντίκριζε τό μοναστήρι μας φωλιασμένο στήν πλαγιά τοῦ Παΐκου. Κι ἔνοιωθε ὅτι ἁπλωνότανε ἔτσι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί στά δύο μοναστήρια. Τότε αἰσθανόταν σίγουρος πώς ὁ πνευματικός δεσμός τῶν δύο μοναστηριῶν θά εἶναι ἀδιάσειστος καί θεμελιωμένος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

***

Τό νερό, πρίν μπορέσει κανείς νά τό πιεῖ καί νά ξεδιψάσει, ἔχει τήν δική του μικρή ἱστορία. Πρῶτα κατεβαίνει ἀπό τίς πηγές πού ὑπάρχουν στά ψηλά βουνά, περνᾶ ὕστερα μέσα ἀπό πολλά ποτάμια καί ρυάκια, χτυπιέται ποῦ καί ποῦ σέ ὅποιους βράχους συναντᾶ, ἄλλοτε λιμνάζει σέ λακκοῦβες κι ἄλλοτε γεμίζει χῶμα καί γίνεται βοῦρκος. Στό τέλος ὅμως μένει καθαρό, χωρίς βρωμιές καί ἀκαθαρσίες. Γιατί πέρασε τήν μεγάλη διαδρομή του, χτυπήθηκε, καθαρίσθηκε ὅσο χρειαζόταν καί ἔγινε κρύσταλλο. Τότε φθάνει ὁ ἄνθρωπος νά ἀξιωθεῖ νά τό πιεῖ καί νά ξεδιψάσει. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Γέροντάς μας διῆλθε ὅλα τά στάδια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἀπό νεαρός ξεκίνησε νά ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία διακονώντας τόν λαό τοῦ Θεοῦ στήν Μητρόπολη Λαγκαδᾶ. Ὑπηρέτησε ὡς Ἱερεύς προϊστάμενος σέ διάφορες ἐνορίες. Ἀπέκτησε τήν γνώση τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Γνώρισε πολλούς ἀνθρώπους καί διῆλθε μέσα ἀπό διάφορες καταστάσεις, πού δέν κλόνισαν καθόλου τήν ἀγάπη του στόν Θεό, ἀντίθετα συνεχῶς τήν μεγάλωναν. Γιατί τά θεμέλιά του ἦταν βαθιά καί ἀληθῆ. Διότι ὄντως ἀγάπησε τόν Θεό ὁλοψύχως ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας. Καί ἀπέκτησε πλούσιες ἐμπειρίες παρηγορίας καί χαρίτωσης ἀπό τόν Θεό, ὥστε νά καταστεῖ νά γίνει γνήσιο τέκνο υἱοθεσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτό ἐπιβεβαιώνεται πλήρως, ἀφοῦ ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά οἰκοδομήσει δύο μοναστήρια ἐκ τοῦ μηδενός.  

Ἄς προσπαθήσουμε ν᾿ ἀπαριθμήσουμε, λοιπόν, μ᾿ ἁπλά λόγια, τίς ἀρετές πού ἔλαμπαν στό ἀγαπητό πρόσωπό του.

Τό πρῶτο καί ὑψηλότερο στολίδι πού κοσμοῦσε τό σεπτό πρόσωπο τοῦ Γέροντός μας, ἦταν ὁ πόθος τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός ὁ πόθος του πραγματωνόταν μέσῳ τῆς θείας Λειτουργίας, πού εἶναι ἡ ἐπί γῆς φανέρωση καί ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί ἡ εὐλάβειά του γιά τήν θεία Λατρεία ὑπῆρξε ὑποδειγματική. Ποιός δέν ἐνθυμεῖται μέ πόση ἱεροπρέπεια καί λαμπρότητα λειτουργοῦσε; Συνεχῶς ἀφοσιωμένος καί σκυμμένος ἐπάνω στό ἱερό Θυσιαστήριο μεταρσιωνόταν διαβάζοντας τίς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας. Πάντα ἀκούραστος καί ὄρθιος, βίωνε ἀληθινά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Συνεχῶς τόνιζε ὅτι τό μεγαλύτερο Μυστήριο πού μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Γι᾿ αὐτό λαχταροῦσε νά βρίσκει διάφορες μικρές ἀφορμές γιά νά λειτουργεῖ συχνά σέ μνῆμες Ἁγίων πού ἰδιαίτερα εὐλαβεῖτο.



Ἡ μεγάλη χαρά του ἦταν ὅταν ὁδηγοῦσε τά δικά του παιδιά ὡς λειτουργούς τοῦ Ὑψίστου στό ἱερό Θυσιαστήριο. Γιατί πράγματι ἤθελε νά μᾶς κάνει συμμέτοχους σ᾿ αὐτά πού ὁ ἴδιος ζοῦσε καί θεωροῦσε ὡς ὕψιστο ἀγαθό. Σαράντα ὁλόκληρα χρόνια ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Μονῆς, οὔτε μιά μέρα δέν πέρασε χωρίς νά τελεσθεῖ ἡ θεία Λειτουργία, νά μήν προσφερθεῖ τό ἄχραντο Σῶμα καί τό τίμιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτό ἦταν κάτι πού ὁ ἴδιος ἀπό τήν ἀρχή τό ἐπεδίωξε. Ἤξερε ὡς Ἡγούμενος νά διαχειρίζεται τόσο ἄριστα τίς ὑποθέσεις τῆς Μονῆς, ὥστε δέν τοῦ γίνονταν πρόσκομμα γιά νά ἱερουργεῖ ὅποτε ἤθελε. Εἶχε ἕναν ἰδιαίτερο δεσμό μέ τό κάθε ἱερό Θυσιαστήριο πού ὑπάρχει στό μοναστήρι μας. Λίγοι εἶναι οἱ Ἡγούμενοι μοναστηριῶν πού λειτουργοῦν συχνά, ἀφοῦ οἱ ὑποχρεώσεις τους εἶναι καθημερινές καί πολλές.

Νοιαζόταν νά βλέπει τά πράγματα τοῦ ναοῦ εὐπρεπισμένα καί περιποιημένα. Μέ ἰδιαίτερη ἀγάπη ἐνδιαφερόταν νά ἑτοιμάζει τό κάθε ἱερό λείψανο πού ἐρχόταν ὡς εὐλογία ἀπό τόν Θεό στήν Μονή. Προνοοῦσε δηλαδή γιά τίς θῆκες τους, διότι βίωνε πολύ ζωντανά τήν παρουσία τῶν Ἁγίων. Ὅταν ὁλοκληρωνόταν ὁ εὐπρεπισμός τους, ἡ χαρά του ἦταν πολύ ἔκδηλη, σάν μικροῦ παιδιοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρός τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐπίσης πολύ μεγάλη. Μέ πόθο τήν ἐπικαλεῖτο καί τήν προσφωνοῦσε «ἡ Μάνα μας», λέγοντας ὅτι οἱ μοναχοί ἰδιαιτέρως τιμοῦν καί ἔχουν ὡς μητέρα τους τήν Παναγία. Μέ πολλή εὐλάβεια ἀσπαζόταν κάθε φορά τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας τῆς «Παραμυθίας». Εἰδικότερα τό τελευταῖο διάστημα ὅταν ἔμπαινε στόν ναό καί ἔφθανε κοντά της, στεκόταν μπροστά της γιά λίγο καί τήν παρακαλοῦσε μυστικά. Κι αὐτή ἔσπευσε νά εἰσακούσει τήν ἱκεσία του. Ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά της καί τόν πῆρε κοντά της ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς της.

Βίωνε τόσο ἔντονα τίς θεῖες Λειτουργίες, πού διατηροῦσε τήν χάρη τοῦ Μυστηρίου μέσα στήν καρδιά του γιά ὅλο τό ὑπόλοιπο τῆς κάθε μέρας. Κι αὐτό τό κατόρθωνε, διότι συνέχιζε νά ἐπιτελεῖ τήν θεία Λειτουργία ἐντός τῆς καρδίας του, τήν ὁποία μετέτρεπε σέ ἅγια Τράπεζα μέ τήν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ προσευχή γινόταν ἡ δεύτερη ἀναπνοή του, ἤ καλύτερα ἡ ἴδια ἡ πνοή του, ἀφοῦ τόσο ἀβίαστα τήν καλλιεργοῦσε. Ὡς συνέχεια τῆς παράστασής του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προσευχή, παραδινόταν ἐξ ὁλοκλήρου στό θέλημα τοῦ Κυρίου του, σ᾿ ὅ,τι τοῦ ὅριζε γιά τήν ζωή του καί γενικότερα γιά τήν ζωή τῆς Μονῆς. Καί γι᾿ αὐτό ποτέ δέν ἔφερε κάποια ἀντίρρηση καί οὔτε ποτέ προσπάθησε νά ἀνατρέψει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τώρα εἴδαμε φανερά νά ἐπιβεβαιώνεται ἡ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στήν Θεία Πρόνοια. Αὐτό ἦταν τό μεγάλο θαῦμα πού βίωνε κι ἐμεῖς ἀδυνατούσαμε νά τό ἐννοήσουμε. 

Τό φρόνημά του ἦταν πέρα ὥς πέρα ἀσκητικό. Ζοῦσε πολύ ἁπλά ἀποδιώχνοντας κάθε ἄνεση. Κοιτοῦσε τήν οὐσία καί ὄχι τόν τύπο. Πάντα ἐπεδίωκε νά ταπεινώνει τόν ἑαυτό του. Ποτέ δέν ἤθελε νά δικαιώνεται γιά νά ἀναπαύεται ὁ ἴδιος. Τά βιώματα πού εἶχε ἀποκτήσει ἐρχόμενος σέ πνευματική κοινωνία μέ τούς λευκασμένους ἐρημίτες τοῦ Ἄθωνα τοῦ εἶχαν μεταδώσει τό γνήσιο φρόνημα τῶν παλαιῶν πατέρων τῆς Ἐρήμου. Ἐπεδίωκε τήν ταπείνωση στήν ζωή του, ἀποκρύπτοντας τά χαρίσματα πού τοῦ δώριζε ὁ Θεός. Πάντοτε ἦταν δεκτικός καί ὑπάκουος στίς δικές μας προτροπές. Αὐτός ἦταν ὁ Γέροντας κι ἐμεῖς οἱ ὑποτακτικοί, ἀλλά ὁ ἴδιος ἔκανε ὑπακοή σ᾿ ἐμᾶς γιά πράγματα ἁπλά καί καθημερινά. 

Ὁ Γέροντας ὑπῆρξε ἀκτήμων, τηρώντας πραγματικά τίς μοναχικές ἐπιταγές. Μετά τήν κοίμησή του, δέν βρήκαμε στό κελλί του κανένα πολύτιμο ἀντικείμενο, ἀλλά μόνο τά μοναχικά του ἐνδύματα. Δέν εἶχε στήν κατοχή του τίποτα. Ἦταν πλούσιος στά θεῖα, γι᾿ αὐτό καί δέν εἶχε καμμιά ἀνάγκη ἀπό φθαρτά καί γήινα. Πλήρης ἀπό πνευματικές ἐμπειρίες καί καταστάσεις χάριτος δέν εἶχε καθόλου προσκόλληση στά ὑλικά πράγματα. 

Ἡ ἀγάπη, πού ξεχείλιζε ἀπ’ τήν εὐλογημένη ὕπαρξή του, τόν εἶχε κάνει νά εἶναι «ἀρχοντικός» στήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Ποτέ δέν ξεχώριζε τούς ἀνθρώπους πού τόν πλησίαζαν. Πάντα μᾶς τόνιζε νά παρηγοροῦμε ὑλικά τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονται στήν Μονή καί εἰδικότερα αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη. Ἀλλά νά μήν ἀρκούμασθε μόνο στήν προσφορά ὑλικῆς βοήθειας. Τόνιζε πρωτίστως νά εἴμαστε φιλάνθρωποι μοναχοί ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως. Κάθε προσκυνητή πού βλέπαμε νά μπαίνει στό Μοναστήρι γιά νά ἀνάψει ἕνα κεράκι, εἴχαμε τήν ὑποχρέωση νά τόν βοηθοῦμε μέ τήν προσευχή μας, ὥστε νά φεύγει ἀληθινά ὠφελημένος. Κι αὐτό ἦταν κάτι πού σίγουρα ὁ ἴδιος τό ζοῦσε καθημερινά μέ τόν κάθε ἄνθρωπο πού ἔβλεπε νά περνᾶ τό κατώφλι τῆς Μονῆς. Ποτέ δέν μᾶς ζήτησε νά κάνουμε κάτι, πρίν ὁ ἴδιος τό γευθεῖ ἐξ ἰδίας πείρας. Ἤθελε ὅλους νά τούς ἀναπαύει, νά τούς ξεκουράζει, νά τούς παρηγορεῖ. Ἕνας ἀληθινός Σαμαρείτης στάθηκε, πού στίς πληγές τοῦ σημερινοῦ κόσμου ἔριχνε ἀκούραστα λάδι καί κρασί μέ τά δάκρυα τῆς προσευχῆς του.   

Γιά μᾶς τούς μοναχούς ἦταν τό πιό ζωντανό παράδειγμα πνευματικοῦ διδασκάλου, ἀλάνθαστου χειραγωγοῦ, τέλειου νυμφαγωγοῦ στήν νοερά προσευχή καί ἀπλανοῦς ἀλείπτη στήν ἐν Χριστῷ τελείωση. 

Ὅταν ὁ λόγος μας στρέφεται γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου μας Γέροντα συγκινούμεθα, διότι πρέπει νά μιλήσουμε γιά ἕναν ἀληθινό Πατέρα. Ὑπῆρξε καί συνεχίζει πράγματι νά εἶναι στίς καρδιές μας ὡς τό πρότυπο τοῦ γνήσιου Πατέρα. Ὁ ποιμένας ἐκεῖνος ὁ καλός πού νοιαζόταν γιά ὅλα τά πρόβατά του μέ τήν ἴδια ἀγάπη, μέ τήν ἴδια στοργή, μέ τήν ἴδια θυσιαστική διάθεση. Ποιός ἀπ᾿τούς μοναχούς δέν ἐνθυμεῖται τήν θυσία πού ἔκανε γιά τόν καθένα ἀπό μᾶς; Ποτέ δέν ἔκλεινε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του. Χωρίς νά θέσει κάποιο συγκεκριμένο ὡράριο, μᾶς δεχόταν ὁποιανδήποτε ὥρα ἀγόγγυστα, θυσιάζοντας ὁ ἴδιος γιά χάρη μας τήν προσωπική του ξεκούραση. Γιατί ἤθελε νά βρισκόμασθε συνεχῶς κοντά του, νά τοῦ ἐκμυστηρευόμασθε τό κάθε τι πού μᾶς συνέβαινε, ὁποιονδήποτε πειρασμό, ὁποιανδήποτε θλίψη. Γι᾿αὐτό στάθηκε γιά μᾶς τούς μοναχούς ἀλλά καί γιά κάθε πνευματικό παιδί πού ἐξομολογεῖτο σ᾿ αὐτόν μιά ἀληθινή ἀνοιχτή ἀγκαλιά. Πραγματικά πολύ μεγάλη φώτιση λάμβανε ἀπ᾿ τόν Θεόν, ἀφοῦ πρίν προλάβουμε νά τοῦ ἐκμυστηρευθοῦμε ἐμεῖς τούς λογισμούς μας, ὁ ἴδιος γνώριζε ἀπό πρίν ποιά κατάσταση ἐπικρατοῦσε μέσα μας, ἄν εἴχαμε δηλαδή πειρασμό ἤ στενοχώρια. 

Εἶχες, καλέ μας Γέροντα, τούς φωτεινούς ὀφθαλμούς τῆς διακρίσεως καί προέβλεπες πάντα τά κύματα, τούς ὑφάλους καί τούς σκοπέλους, τίς φουρτοῦνες καί τίς θαλασσοταραχές καθώς πλέαμε μαζί σου στό πέλαγος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

 Πόσες φορές δέν βρέθηκε καί ὁ ἴδιος στά προσωπικά κελλιά μας γιά νά μᾶς παρηγορήσει, νά διώξει μακριά τήν καταχνιά καί τήν λύπη πού μᾶς κατέκλυζε; Ποιός δέν παρηγορήθηκε μόνο καί μόνο ἀπ᾿ τό σφίξιμο τοῦ χεριοῦ του, ὅταν μᾶς ἔδινε τήν εὐλογημένη εὐχή του; Σίγουρα ὅλοι μας αἰσθανθήκαμε ὅτι μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ἤθελε νά μᾶς διαβεβαιώσει νά μήν φοβόμασθε, πώς εἶμαι δίπλα σας, μήν λυγίζετε, μήν ἀφήνετε τήν ἀπελπισία νά σᾶς καταρρακώνει.

 Γιά τόν κάθε μοναχό ἀλλά καί γιά κάθε λαϊκό ἀδελφό μας εἶχε ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο προσέγγισης. Τό ἱλαρό βλέμμα τοῦ προσώπου του, τά γεμάτα σοφία μετρημένα λόγια του, μιλοῦσαν στόν καθένα μας ξεχωριστά, ἀνάλογα μέ τήν δική του περίπτωση. Γινόταν «τά πάντα τοῖς πᾶσι», διότι ἀγωνιζόταν νά χαράξει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ στήν κάθε ψυχή πού ζητοῦσε νά τόν ἀκολουθήσει. Κάθε λόγος του εἶχε ἄνωθεν τήν θεϊκή σφραγίδα. Δέν εἶναι λίγα τά παραδείγματα πού ἄνθρωποι βρῆκαν θαυματουργικά τήν σωματική ἴαση, μόνο καί μόνο ἀπό τόν θεόπνευστο λόγο του.

Ποτέ δέν ἔπαψε, ὁ ἀγαπημένος μας Γέροντας, νά παίζει τήν φλογέρα τῆς διδασκαλίας ὡς ἀληθινός ποιμένας διώχνοντας μακριά τόν λύκο, ὁ ὁποῖος ἐπιβουλευόταν τήν κάθε ξεχωριστή ψυχή πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός.

Δοξάζουμε τόν Θεό πού τόσα χρόνια γινόμασταν ἀποδέκτες τῆς σοφίας Του μέσα ἀπό τήν γεμάτη θεϊκή παρηγοριά φωνή τοῦ Γέροντά μας. Κι αὐτό τό ὁποῖο μᾶς παρηγορεῖ σήμερα, κατά τήν σωματική του ἀπουσία, εἶναι ὁ θησαυρός πού μᾶς κατέλιπε ἀπό τά θεόπνευστα λόγια του. Δέν θά λησμονηθοῦν ποτέ, διότι οἱ μαγνητοφωνημένες συνάξεις του, πού εἴχαμε τήν πρόνοια νά διαφυλάξουμε, θά μᾶς ἀφυπνίζουν ὅταν θά πίπτουμε σέ πνευματική νωθρότητα. Διότι θά μᾶς λείψει πολύ ἡ σωματική παρουσία σου, ἀγαπημένε μας Γέροντα. Ἔχουμε ὅμως τήν βεβαιότητα ὅτι πάντα θά βρίσκεσαι κοντά μας. Αὐτό θά τό νοιώθουμε πιό ἔντονα τώρα, ἀφοῦ ἡ ἐπαφή μας θά εἶναι πιό ἄμεση. Τώρα πιά θά μεσιτεύεις γιά μᾶς ἀπό τόν οὐρανό καί θά ἐπεμβαίνεις καί θά μᾶς παραμυθεῖς, χωρίς νά δεσμεύεσαι ἀπό τόν χρόνο καί τόν χῶρο. Εἴμαστε ἀπόλυτα βέβαιοι γι᾿ αὐτό! 

Ὁ Θεός δέν ἄργησε νά χαριτώσει τόν Γέροντά μας μέ οὐράνιες ἐμπειρίες καί ὑψηλές πνευματικές καταστάσεις, στολίζοντας καί ὡραΐζοντας τήν ψυχή του μέ τήν θεία ἀπάθεια. Ἀληθινά εἶχε καθαρίσει καί λαμπρύνει τόν οἶκο τῆς ψυχῆς του. Δέν ὑπῆρχε σ᾿ αὐτόν ὁποιοσδήποτε μῶμος, καμμία κηλίδα. Καί ἔγινε αὐτό ὄχι ἐπειδή τό ἤθελε ὁ ἴδιος ἤ γιατί τό ἐπιδίωξε ἄμεσα, ἀλλά διότι αὐτό ἦταν μέσα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. 

«Δέν εἶναι ἔργο δικό μου αὐτό, ἀλλά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ», εἶχε πεῖ κάποια στιγμή ἀναφερόμενος στήν κλήση πού δέχθηκε μικρός ἀπό τόν Θεό. Γιά νά συμπληρώσει στή συνέχεια: «Δέν κοίταξα ποτέ τόν ἑαυτό μου. Κοίταξα μόνον νά μήν χάσω τόν Θεό μου. Ὅλα τά ἄφησα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ».

 Κι ὁ Θεός πράγματι τόν εὐλόγησε χάρη στούς κόπους καί στίς ὑπέρμετρες ἀσκήσεις πού ὑπέβαλε τόν ἑαυτό του κατά τά χρόνια τῆς νεότητος. Ζοῦσε τότε μέ τόσο μεγάλη ἄσκηση, πού εἶχε φθάσει κάποτε νά ζυγίζει 48 κιλά. Ὅλη τήν μέρα τήν περνοῦσε τρώγοντας μιά χούφτα βρεγμένα ρεβύθια, διακονώντας ἀκούραστα τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Πορευόταν στήν ζωή μ᾿ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στό θέλημά Του. Τούς πειρασμούς καί τίς συκοφαντίες τίς ὑπέμενε πάντα μέ προσευχή καί ὑπομονή, παραδίδοντας ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά ἐμποδίζεται ἀπό μικρότητες καί μικροψυχίες. Ἡ ψυχή του ὑπῆρξε ἀνδρεία καί γενναία στό νά μήν φοβᾶται τίς προσβολές τοῦ δαίμονος καί τῶν ὀργάνων του. Οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες προσπάθησαν ὀφθαλμοφανῶς κάποτε νά πειράξουν τόν Γέροντα, ὅπως συγκαταβατικά μᾶς ἀποκάλυψε. Ἀλλά δέν φοβήθηκε καθόλου. Σάν παιχνιδάκι τούς θεωροῦσε, διότι εἶχε μεγάλη παρρησία στόν Χριστό καί τήν Παναγία μας πού πρόφθαναν νά τόν σώζουν ἀπό τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ.

Καθώς ὅμως τά χρόνια περνοῦσαν, τόν σεβαστό μας Γέροντα τόν ἀπασχολοῦσε ἰδιαίτερα ἕνα ἄλλο σοβαρό θέμα. Θά ἐρχόταν κάποτε ἡ ὥρα πού θά ἔφευγε ἀπ᾿ αὐτήν τήν ζωή. Ποιός θά τόν διαδεχόταν στήν ἡγουμενία; Πῶς θά συνεχιζόταν ἡ ζωή στά δύο μοναστήρια; Πολύ χαρακτηριστικό εἶναι αὐτό πού εἶπε κάποτε στήν σεπτή Γερόντισσα ἀλλά καί σέ κάποιους ἀπό τούς πατέρες: 

«Ὅταν θά γίνω 70 χρονῶν θά παραιτηθῶ ἀπό τήν ἡγουμενία παραμένοντας Πνευματικός στίς δύο Ἀδελφότητες καί τήν ἡγουμενική ράβδο θά τήν παραδώσω στόν π. Χρυσόστομο».



Οἱ περιστάσεις τελικά δέν εὐνόησαν στό νά παραιτηθεῖ τῆς ἡγουμενίας. Ὅμως ὁ ἴδιος ξεκίνησε νά ἑτοιμάζει ἀριστοτεχνικά τόν διάδοχό του. Χωρίς νά ἀφήνει νά φανεῖ κάτι ξεκάθαρο γι᾿ αὐτό πού σκεφτόταν νά κάνει, ἄφηνε σιγά σιγά τόν ἑαυτό του νά ἀπομακρύνεται ἀπό εὐθύνες, ἀπό διοικητικά καθήκοντα, ἀπό ἐξωτερικές ὑποθέσεις καί ἐργασίες. Τά μεταβίβαζε ὅλα στό πνευματικό του παιδί καί ἀδελφό τῆς Μονῆς μας, τόν ἱερομόναχο Χρυσόστομο. Τό μόνο πού διατήρησε μέχρι τό τέλος ἦταν ἡ πνευματική καθοδήγηση. Ἡ μυστική προετοιμασία τῆς διαδοχῆς τοῦ μακαριστοῦ Γέροντά μας ἄρχισε ἀπό τό 2010 μέ τίς δικές του ἐνέργειες. Κι ὅταν ἔφθασε ἡ στιγμή πού τόν κάλεσε ὁ Θεός, τά πράγματα ὅλα βρίσκονταν τακτοποιημένα καί ἕτοιμα. Ὅλο αὐτό τό διάστημα τῆς ἀσθενείας καί νοσηλείας τοῦ Γέροντα ὑπῆρξε τό μεταβατικό στάδιο τῆς τελικῆς προετοιμασίας μας. Κι ὅταν ἄρχισε νά μᾶς ἀναλαμβάνει πλέον ὡς Πνευματικός πατέρας ὁ π.Χρυσόστομος, ὁ Γέροντας εἶχε ἤδη εἰσέλθει στήν τελική εὐθεία. Πορευόταν πιά γιά τό αἰώνιο ταξίδι. 

Πάντα μᾶς τόνιζε ὁ Πατέρας μας πώς «ὁ Γέροντας ποτέ δέν λείπει ἀπό τό μοναστήρι, ὅσο μακριά κι ἄν εἶναι». Καί τώρα ἡ ζωή τῆς Μονῆς θά κυλάει ὡσάν ὁ νέος Γέροντας νά βρίσκεται στό πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ. Ἀπό ψηλά θά κατευθύνει ὅλες τίς κινήσεις του, τά λόγια του, τό κάθε τι. Ἡ πατρική πρόνοιά του τά εἶχε τόσο ἄριστα μελετημένα! Διότι τά εἶχε τακτοποιημένα ὅλα μέ τόν Θεό. Καί παρέδωσε τώρα τήν ἡγουμενική ράβδο του στόν νέο Γέροντα γιά νά προλάβει νά ἀπομακρύνει τίς πέτρες, τά σκουπίδια, νά διώξει μακριά τά ἀγρίμια πού θά ζητοῦσαν νά ἐπιβουλευθοῦν τήν διαποίμανση τῶν ἀδελφοτήτων μετά τήν κοίμηση τοῦ ἰδίου. Ὡς ἄλλος, λοιπόν, ἐπίσκοπος τῶν καρδιῶν μας παρέδωσε τήν διακυβέρνηση τῶν δύο ἀδελφοτήτων προχειρίζοντας ὡς πηδαλιοῦχο τόν π.Χρυσοστόμο.

«Λάβε τήν παρακαταθήκην ταύτην, καί φύλαξον αὐτήν, ἕως τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε παρ᾿ αὐτοῦ μέλλεις ἀπαιτεῖσθαι αὐτήν», εἶναι τά λόγια πού κάλ­­λιστα θά μποροῦσε νά εἶχε πεῖ παραδίδοντας τά ἡγουμενικά καθήκοντα στόν διάδοχό του.

Ἔτσι, σιγά σιγά πλησίαζε ἡ ὥρα πού τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν ψυχή τοῦ καλοῦ μας Πατέρα ἔφθανε στήν ὁλοκλήρωσή του. Ὁ Θεός βλέποντας τήν ἀσκητική του ἀντοχή καί τήν ἀγάπη του πρός Αὐτόν νά μεγαλώνει ὁλοένα καί περισσότερο, θέλησε νά τόν ἀξιώσει καί τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου. Καί ἐκεῖ πού δέν εἶχε κάποια σοβαρή ἀσθένεια, ξαφνικά ξεκίνησε νά ἀσθενεῖ βαριά. Καί δοκιμάσθηκε «ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ». Ὅλα ὅμως γιά τόν μακαριστό Γέροντά μας γίνονταν ἀφορμές ταπεινώσεως καί αὐτομεμψίας. Ἀφορμές γιά πνευματική ἐργασία. Κατά τό διάστημα τῆς ἀσθενείας του μᾶς εἶχε πεῖ: 

«Οἱ πειρασμοί μοῦ ἔδωσαν τήν εὐκαιρία νά καθίσω καί νά κοιτάξω τόν ἑαυτό μου», γιά νά φέρει πάλι στή θύμησή μας τόν Μ.Ἀντώνιο γιά ὅσα σχετικά ἀνέφερε στό θέμα τῶν πειρασμῶν.

Καί σάν ἄλλος ἱερός Χρυσόστομος δόξαζε τόν Θεό λέγον­τας:

«Δόξα Σοι ὁ Θεός, ὅ,τι καί νά γίνει· ὅ,τι καί νά γίνει, δόξα τῷ Θεῷ».

Τό φωτοστέφανο στό πρόσωπο τοῦ Γέροντά μας ἔλαμψε μ᾿ ἄπλετο φῶς, διότι ποτέ δέν γόγγυσε, ποτέ δέν παραπονέθηκε, ποτέ δέν παραδόθηκε. Κι ὅμως λίγο καιρό πρωτύτερα εἶχε κατά κάποιον τρόπο προφητέψει, αὐτό πού ἐρχόταν, χωρίς ἐμεῖς νά τό καταλάβουμε. Τότε, στόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τῶν Ἀρχαγγέλων (7 Νοεμβρίου 2020) πού πανηγύριζε τό ἐκκλησάκι πού εἶναι ἀφιερωμένο στό ὄνομά τους, εἶχε ἀναφέρει καί τά παρακάτω:

«Ἄς χάσουμε, ἄς χάσουμε, ἄς χάσουμε τήν ὑγεία μας!!! Τήν πίστη μας νά μήν χάσουμε καί τήν πατρίδα μας! Γι’ αὐτή τήν πίστη καί γι᾿ αὐτή τήν πατρίδα οἱ πατέρες μας, ὄχι τήν ὑγεία τους μόνο ἔχασαν ἀλλά καί τήν ζωή τους ὁλόκληρη! Αὐτό ἔχουμε πάρει σάν παρακαταθήκη. Ἄς τήν κρατήσουμε μέσα στήν καρδιά μας κι ἄς τήν μεταδώσουμε στά παιδιά μας. Τά φάρμακα ἄς τά χαίρονται αὐτοί οἱ ὁποῖοι τά πουλοῦν. Ἐμεῖς ἕνα φάρμακο ἔχουμε: τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ ἱκεσίες μας πρός τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πρός τόν Χριστό μας θά πάρουν ἀπάντηση καί οἱ Ἄγγελοι θά φέρουν τό ἄγγελμα τῆς χαρᾶς, τῆς εὐλογίας καί τῆς εἰρήνης. Ἀμήν». 

Ποτέ δέν φοβήθηκες τόν θάνατο, Γέροντα, διότι πάντα πίστευες στήν Ἀνάσταση! 

Καί νά πού μέ πολύ πόθο καί προθυμία σταχυολογήσαμε κάποιες ἀπό τίς ἀρετές τοῦ ἀγαπημένου μας Γέροντα. Τοῦ Γέροντά μας πού ἐπάξια στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν θά ὀνομασθεῖ Μέγας. Διότι ὅ,τι μᾶς δίδαξε, τό ἔπραξε πρῶτα ὁ ἴδιος, τό ἔκανε βίωμά του, ἦταν, νά τό ποῦμε καλύτερα, ἡ ἴδια ἡ ζωή του. 

Σέ νοιώσαμε πολύ ἔντονα νά παρίστασαι κοντά μας μ᾿ αὐτή τήν σύντομη σκιαγράφηση τοῦ βίου σου. Κι αὐτή ἦταν ἡ καθημερινή λαχτάρα σου. Νά εἴμασθε στό πλάι σου σέ κάθε στιγμή, σέ κάθε περίσταση. Καί ἔτσι μέ τήν σοφή καθοδήγησή σου νά φθάσουμε νά ἀγαπήσουμε ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μας τόν Κύριο καί Θεό μας. Καί ποτέ νά μήν Τόν προδώσουμε, λησμονώντας τίς μοναχικές μας ἐπιταγές, ποτέ νά μήν παραδώσουμε τίς ψυχές μας στόν διάβολο χάριν τῶν πρόσκαιρων ἀπολαύσεων.

 Ἐμεῖς, καλέ μας Γέροντα, ταπεινά θά προσευχόμασθε νά μεσιτεύεις γιά μᾶς νά μήν ρίξουμε κάτω τίς ἀσπίδες μας στόν ἀόρατο αὐτό πόλεμο μέ τόν πονηρό διάβολο. Διότι αὐτός ὁ πόλεμος δέν εἶναι «πρός αἷμα καί σάρκα» ἀλλά «πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ κόσμου τούτου». Δέν ἀφήνουμε τίς ψυχές μας νά περιπέσουν στήν ἀπελπισία καί στήν ἀπόγνωση, ἐπειδή ἐσύ δέν βρίσκεσαι πιά κοντά μας σωματικά. Δέν δίνουμε δικαιώματα στό κατά κόσμον πένθος νά μᾶς πνίγει μέ ἀναπάντητα ἐρωτήματα ἀπογοήτευσης. Δέν βυθιζόμασθε στήν λύπη σάν νά εἴμαστε ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα στήν ζωή τους. Ἀλλά διώχνουμε μακριά τό πένθος καί τό μετατρέπουμε σέ χαρμολύπη, σέ εὐφρόσυνη λαχτάρα νά σέ συναντήσουμε. Τήν λύπη μας τήν μεταμορφώνουμε σ᾿ ἀναστάσιμη προσμονή. Διότι πρόσκαιρα ἀποχωρισθήκαμε, ἀγαπημένε μας Πατέρα, ἀφοῦ προσδοκοῦμε τήν ἄλλη ζωή, τήν αἰώνια, τήν ἀληθινή.  

Γέροντα, δέν σέ χάσαμε ἀπό τήν γῆ μέ τήν σωματική κοίμησή σου. Ἀλλά σέ προπέμψαμε στόν οὐρανό ὡς πρέσβη, ὡς μεσίτη γιά ὅλους μας. Τώρα θά περιπολεύεις ὡς ἄλλο Χερουβίμ στόν θρόνο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καί θά ὑμνολογεῖς μέ τό «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» ἀκατάπαυστα, χωρίς νά παύουν τά χείλη σου τήν δοξολογία. Εἴμασθε ἀπόλυτα πεπεισμένοι γιά τήν παρρησία πού θά βρεῖ ἡ ἁγιασμένη ψυχή σου. Τώρα πιά θά ἀπολαύσεις τούς κόπους τῶν ἱδρώτων τῶν ἀσκητικῶν σου καμάτων. Γιατί ἔφθασε πιά ἡ στιγμή νά ξεκινήσεις τήν ἀνοικοδόμηση μιᾶς νέας Μονῆς, αὐτῆς τῆς ἐπουράνιας, «ἐν σκηναῖς δικαίων καί ἁγίων». Ἐκεῖ θά εὐχόμασθε νά συναντηθοῦμε ὅλα τά πνευματικά σου παιδιά, στήν οὐράνια πνευματική οἰκογένεια πού ξεκίνησες νά δημιουργεῖς.

Ἡ ἐνθύμηση τῆς πρώτης πατρικῆς ἀγάπης πού ζήσαμε, ὅταν σέ πρωτογνωρίσαμε, πάντα θά μᾶς συντροφεύει. Στό προσωπικό θησαυροφυλάκιο τῆς καρδιᾶς μας, ἐκεῖ θά βρίσκεσαι παντοτινά, προσεκτικά φυλαγμένος, σάν πολύτιμο μαργαριτάρι, σάν ἀτίμητη διαμαντόπετρα.

Μιά υἱϊκή μετάνοια καταθέτουμε στό σεπτό σου μνήμα ἀοίδιμε καί πεφιλημένε μας πατέρα. Καί μιά βαθιά συγχώρεση ζητοῦμε νά μᾶς δώσεις. Μήπως σέ πικράναμε μέ τά λόγια μας πού δέν ἦταν πνευματικά. Μήπως σέ στενοχωρήσαμε γιατί δέν μᾶς ἔβλεπες νά προοδεύουμε στό στάδιο τῆς μοναχικῆς μας πολιτείας. Μήπως σέ κουράσαμε μέ τίς μικρότητές μας. Γιατί ὡς παιδιά σου σίγουρα κάποιες στιγμές σέ λυπήσαμε, ἀγαπημένε μας πατέρα.

 Ὅσιε καί Θεοφόρε Γέροντα, τώρα πού βρίσκεσαι στό ὑπερουράνιον Θυσιαστήριον πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν ἵνα λυτρωθῶμεν τῶν ἡμαρτημένων. 

***

Ὕστερα ἀπό ἕναν ὁλόκληρο μήνα σωματικῆς ἀπουσίας, εὑρισκόμενος στό νοσοκομεῖο, γύρισες πίσω. Γύρισες τελικά, ἀφοῦ εἶχες φύγει μακριά γιά τό αἰώνιο ταξίδι, γιά τήν ἄλλη ζωή, τήν ἐπουράνια, τήν ἀληθινή, πού τόσο πολύ λαχταροῦσες.

Ὅμως, σήμερα, στίς σαράντα μέρες ἀπό τότε πού φτερούγισες γιά τά οὐράνια σκηνώματα, ἦρθες γιά λίγες ὧρες ξανά πίσω. Ἐδῶ στό μοναστήρι μας πού ἔκτισες μέ τά ἴδιά σου τά χέρια.



Ντύθηκες, λέω, μ᾿ ἄφατη ἱεροπρέπεια τήν λευκή στολή σου κι ἄρχισες νά λειτουργεῖς τόσο ὄμορφα, τόσο λαμπρά, τόσο κατανυκτικά. Ὅπως ἔκανες πάντα μέχρι τώρα. Κι ἡ φωνή σου δέν ἀκουγόταν ἄρρωστη οὔτε ἐξαντλημένη, ἀλλά τόσο βροντερή, τόσο γλυκύλαλη, τόσο ἀγαπητή, τόσο γνώριμη.

Καί συνέχιζες νά διαβάζεις τίς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας μέ τό χαμηλωμένο προσευχητικό σου βλέμμα, κι ἄς μήν χρειαζόσουν βιβλίο γιά νά τίς λές. Γιατί εἶχαν γίνει ζωή σου, βίωμά σου, πνοή ἀπ᾿ τήν πνοή σου. Καί ἔστρεφες τό σῶμα σου πρός τό ἐκκλησίασμα τοῦ ναοῦ, πρός τούς μοναχούς σου. «Εἰρήνη πᾶσι» ἔψαλλες καί εὐλογοῦσες ἀπ᾿ τόν βορρά ὥς τόν νότο. Τά πάντα λύγιζαν μπροστά στήν ματιά σου, ὅλα γονάτιζαν μπρός στήν ἅγια θωριά σου.

Καί ἐκεῖ πού δέν χορταίναμε νά σέ βλέπουμε πῶς ἱερουργοῦσες, πῶς μᾶς νουθετοῦσες, πῶς μᾶς παιδαγωγοῦσες, πῶς μᾶς μιλοῦσες, ξαφνικά ξαναφτερούγισες γιά νά βρεθεῖς ψηλά στό ἐπουράνιο Θυσιαστήριο. Γιατί εἶχες ἀποτινάξει μακριά τό βάρος τοῦ χοϊκοῦ ἀνθρώπου. Δέν μποροῦσαν πλέον τά ἀνθρώπινα ὅρια νά σέ περιορίσουν.

Οἱ συλλειτουργοῦντες ἅγιοι ἱεράρχες σέ καλοῦσαν γιά νά παρασταθεῖς πάραυτα μπροστά στόν θρόνο τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ. Καί ἐσύ ἀπό παιδί ἑπτά ἐτῶν εἶχες ἀφιερώσει τήν ζωή σου ὁλόκληρη σ᾿ Αὐτόν. Πῶς τώρα νά Τοῦ ἀρνιόσουν στήν πρόσκληση πού σέ καλοῦσε; 

Ἔτσι μᾶς εἶχες πεῖ τήν τελευταία μέρα λίγο πρίν φύγεις. 

«Ἄν μέ καλέσει, θά πάω», εἶπες. «Καί θά εὐλογῶ ὅλους σας ἀπό ψηλά». 

Καί παρακαλοῦσες πολύ νά μᾶς βλέπεις ἀπό ψηλά ἑνωμένους καί ἀγαπημένους. Κι ὄχι ἀπελπισμένους καί διχασμένους.

Καί ἐκεῖ πού ὅλοι λυπούμασταν καί θλιβόμασταν, γιατί δέν σέ εἴχαμε πιά κοντά μας, μᾶς παρηγόρησες γιά νά μᾶς πεῖς νά μήν στεναχωριόμασθε. Ἤθελες βέβαια νά δείξεις καί τήν εὐαρέσκειά σου πού μᾶς συνάντησες ὅλους νά σέ περιμένουμε, ὅπως ἀκριβῶς ποθοῦσες.

Κι ὅταν ὁ καθένας μας ἔψαχνε ἐρωτήσεις νά σοῦ ὑποβάλει, νά σέ ρωτήσει, ἴσως, δηλαδή, μά πῶς καί γιατί ἔφυγες τόσο ξαφνικά ἤ κάποιος ἄλλος νά σέ παρακαλοῦσε νά ἔμενες ἀκόμη λίγο μαζί μας, ἐπειδή τό κενό φαινόταν δυσαναπλήρωτο, χαμογέλασες παρηγορητικά καί εἶπες: 

«Σκύψτε στήν καρδιά σας κι ἐκεῖ θά μέ βρεῖτε αἰώνια φωλιασμένο, ἀγαπημένα μου παιδιά. Καί νά μήν λυπᾶσθε, ὅπως λυποῦνται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πού δέν εἶναι πνευματικοί, αὐτοί πού δέν ἔχουν ἐλπίδα στή ζωή τους. Καί νά ἐλπίζετε βαθιά πώς κάποια στιγμή θά συναντηθοῦμε ὅλοι μαζί στήν οὐράνια πατρίδα μας, ἐκεῖ πού πρῶτος τώρα βρέθηκα ἐγώ γιά νά παρακαλέσω τόν Δεσπότη μας Χριστό, ὥστε κανείς νά μήν στερηθεῖ αὐτῆς τῆς οὐράνιας μακαριότητος».

Ἐκζητοῦμε τίς ἅγιες εὐχές σου, ἀοίδιμε καί πεφιλημένε Γέροντά μας. Εὔχου καί γιά μᾶς τούς περιλειπόμενους, τά πνευματικά παιδιά σου, ἡ δέ μνήμη σου ἄς μείνει σ᾿ ἐμᾶς ἀλησμόνητη καί αἰώνια.

 Ἀμήν. Γένοιτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου