Κάποτε, με φώναξε ο πατέρας μου στον κήπο: «Έλα εδώ, αλητάκο! Και φέρε μαζί
σου ένα μαχαίρι!».
Πήρα ένα μαχαίρι από την κουζίνα, αυτό που χρησιμοποιούσα συνήθως
για να σκοτώνω τις χήνες και τις κότες κι έτρεξα στον κήπο.
Κάτω από μία μεγάλη, γέρικη καρυδιά ήταν καθισμένοι ο πατέρας μου, ο φίλος του
θείος Αλεξάντρ, που όλοι τον φώναζαν «Κόκκαλο» και ο θείος μου ο Βιτάλι.
Μιλούσαν για περιστέρια, το πάθος κάθε Σιβηριανού εγκληματία.
Ο θείος Βιτάλι έσφιγγε στα χέρια του ένα περιστέρι, του άνοιγε τα φτερά και το έδειχνε
στον πατέρα μου και στο Κόκκαλο, εξηγώντας τους κάτι.
«Νικολάι, γιε μου, σφάξε μία κότα και πήγαινέ τη στη μητέρα σου. Πες της να τη
μαδήσει και να φτιάξει μία σούπα για απόψε, γιατί ο θείος Κόκαλο θα μείνει μαζί
μας να μιλήσουμε λίγο».[…]
Έτρεξα στο κοτέτσι στο βάθος του κήπου και έπιασα το πρώτο κοτόπουλο που
βρήκα. Ήταν ένα συνηθισμένο κοτόπουλο, κοκκινωπό, αρκετά παχύ και πολύ ήσυχο.