Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν.

 Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

«Ἄνθρωποι πού ἦταν πλούσιοι ἐπείνασαν, ἐνῶ αὐτοί πού ἀναζητοῦν τόν Κύριο, δέν θά στερηθοῦν ἀπό κανένα ἀγαθό».

Ἀκοῦτε σέ κάθε ἀγρυπνία, πού γίνεται καί ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας, νά ψάλλεται μέ δυνατή φωνή ἀπό τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ ὁ κάτωθι στίχος: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».

Γνωρίζετε, γιατί ψάλλεται αὐτός ὁ στίχος; Δέν ξέρετε, ἔε; Ἄϊντε τώρα νά σᾶς τό εἰπῶ:

Παλαιά ἦταν ἕνας βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐπῆγε νά ἐπισκεφθῆ τήν βασιλεία του. Καί πορευόμενος, ἔφθασε σ᾿ ἕνα μοναστήρι καί μπῆκε μέσα στήν ἐκκλησία. Ἦταν ἐκεῖ μερικοί μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν στόν χορό, ὅπως γίνεται καί στίς δικές μας ἀκολουθίες.

Καί διαβάζοντας λοιπόν αὐτοί, ἔφθασαν καί στόν ψαλμό 33, στόν στίχο 10, ὅπου γράφεται: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Ἄρεσε στόν βασιλέα τό μοναστήρι, τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀκολουθίες, ἀλλά τά λόγια αὐτά ἀπό τόν ψαλμό 33 δέν τοῦ ἄρεσαν.

Διότι αὐτός σάν βασιλεύς ἦταν πλουσιώτερος ἀπό ὅλους, εἶχε σπίτια καί ζῶα καί τσοπάνηδες καί ὅλοι τόν ἐφοβοῦντο καί τόν τιμοῦσαν σάν δεσπότη τους.

Ὁ λαός τόν τιμοῦσε σάν βασιλέα, οἱ μουσικόλαλοι τόν ἔψαλλαν, οἱ ὑπουργοί του ἐγονάτιζαν μπροστά του μέχρι τό ἔδαφος, οἱ στρατηγοί τόν ἐπαινοῦσαν, ὁ στρατός τοῦ ἔδινε δῶρα καί διαδήματα, στήν τράπεζα φαγητοῦ εἶχε τά πάντα, φαγητά καί ἀκριβά ποτά, παλάτια μέ πολλά δωμάτια, καταστόλιστα ἐνδύματα, πολύτιμες ἅμαξες μέ στολισμένα ἄλογα, τά ὁποῖα δέν εἶχε κανείς ἄλλος καί μεγάλη ἐλευθερία, σάν βασιλεύς πού ἦταν.
Ἀλλά γιά νά πτωχύνη καί νά πεινάση αὐτός, δέν μποροῦσε ποτέ νά τό σκεφθῆ, οὔτε καί ἤθελε νά τό βάλη στό μυαλό του. Καί εἶπε σ᾿ αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν, διότι ἦταν συνηθισμένος νά διατάζη καί ὅλοι νά τόν ὑπακούουν.

-Νά σταματήση αὐτή ἡ ἀνάγνωσις. Γιατί διαβάζεται μέσα στήν ἐκκλησία; Ἀπό τώρα διατάζω νά μή διαβασθῆ ποτέ στήν ἐκκλησία αὐτός ὁ στίχος.

Ὅποιος δέν ἀκούει αὐτή τήν ἐντολή μου, νά τιμωρῆται ἀμέσως σάν ἀντίπαλος τῆς βασιλείας μου.

Καί ἀμέσως σταμάτησαν τήν ἀνάγνωσι καί ἔστειλαν στρατιωτικές ἀποστολές σέ ὅλα τά μέρη τῆς βασιλείας του νά ἀναγγείλλουν αὐτή τήν ἐντολή του. Ἀλλά βλέπετε τώρα πῶς ὁ Θεός κανόνισε νά πάρη τά διδάγματά του κι αὐτός ὁ βασιλεύς.

Δέν πέρασε πολύς καιρός ἀπό τότε πού διέταξε αὐτή τήν προσταγή καί ἐπῆγε σέ μία λίμνη νά κάνη τό μπάνιο του, διότι ἦταν καλοκαίρι καί ἤθελε νά δροσισθῆ. Ἐπῆγε σ᾿ αὐτήν τήν λίμνη μέ τήν ἀκολουθία του, τήν ἅμαξά του, μέ μουσική καί φιλαρμονική, μέ πολύ κόσμο, μέ λουλούδια, μέ παρελάσεις, σάν μέγας βασιλεύς πού ἦταν. Ἔφθασε ἐκεῖ στήν λίμνη, ἀπεκδύθηκε ἀπό τά βασιλικά ροῦχα του καί ἀπό τό στέμμα του καί  μπῆκε στό νερό νά κολυμβήση.

Τοῦ ἦλθε ὁ λογισμός νά μπῆ πιό βαθειά στήν λίμνη, ὅπου ἦταν καί ἕνα νησάκι. Ἐκεῖ στάθηκε κάτω ἀπό τόν καυστικό ἥλιο. Καί τί συνέβη; Τήν ὥρα πού ἐκεῖνος καθόταν μέσα στό νερό καί οἱ αὐλικοί του τόν ἐπερίμεναν στήν ὄχθη, ἀντί αὐτοῦ ἐμφανίσθηκε μέ τήν μορφή του, ἕνας ἄγγελος Κυρίου.
Ἐφόρεσε ὁ ἄγγελος τά βασιλικά του ροῦχα καί ὅλοι ἀνεχώρησαν γιά τό παλάτι. Ὁ ἄγγελος εἶχε τήν μορφή τοῦ βασιλέως, πού ἐπέστρεφε τώρα μέ τούς αὐλικούς του, τούς κιθαρωδούς καί ὅλους τούς συμβούλους του, ἐνῶ ὁ ἀληθινός βασιλεύς παρέμενε μέσα στήν λίμνη κοντά στό νησάκι.

Ὅταν ἦλθε τό βράδυ καί ἐχόρτασε ἀπό τό μπάνιο του ὁ βασιλεύς, ἦλθε κι αὐτός στήν ὄχθη, ὅπου ἤξερε ὅτι τόν περίμενε ἡ ἀκολουθία του, ἀλλά ἐκεῖ δυστυχῶς δέν ἦταν κανείς. Καί ὁ βασιλεύς ἦταν ἀκόμη βρεγμένος μέ τά ροῦχα τοῦ μπάνιου του. Εἶχε βραδυάσει καί ἄρχισε νά κάνη κρῦο. Αἰσθανόταν ἀκόμη καί τήν ἀνάγκη νά φάη κάτι καί νά πιῆ. Ὁ Θεός τοῦ ἔστειλε ἐπί πλέον στό κεφάλι του καί μερικά μεγάλα κουνούπια γιά νά τόν ἐνοχλοῦν.

Στεκόταν λοιπόν στήν ὄχθη καί δέν ἤξερε τί νά κάνη πρῶτα: νά ὀργισθῆ, διότι τόν ἄφησαν μόνον του καί ἔφυγαν; Νά διώχνη τά κουνούπια; Νά ζητήση κάτι νά φάη ἤ κάποιο ροῦχο ν᾿ἀλλάξη καί νά σκεπασθῆ, λόγῳ τοῦ κρύου; Αἰσθανόταν ἀκόμη καί ἐντροπή, βασιλεύς αὐτός καί νά εἶναι σχεδόν γυμνός.

Βασανιζόταν λοιπόν μ᾿ αὐτά τά προβλήματά του, ὁπότε ἐπέρασε ἀπό ἐκεῖ ἕνας γέροντας ἀσκητής καί ὁ βασιλεύς στάθηκε μπροστά του. Βλέποντάς τον μέσα στήν νύκτα ὁ ἀσκητής ταράχθηκε καί ἤθελε νά φύγη, γιατί ἐνόμισε ὅτι εἶναι φάντασμα πού βγῆκε ἀπό τήν λίμνη. Ὁ βασιλεύς ἔκραξε ἔντρομος:

-Στάσου, μήν φεύγης, διότι δέν εἶμαι ἄνθρωπος κακός. Μή φοβᾶσαι ἀπό μένα. Ἐπέρασαν ἀπό ἐδῶ μερικοί ληστές, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐπῆραν τά ροῦχα μου καί γι᾿ αὐτό εἶμαι τώρα ἔτσι, ὅπως μέ βλέπεις. Δός μου σέ παρακαλῶ ἕνα ὑποκάμισο, ἐάν ἔχης, γιά νά μπορέσω νά πάω στό σπίτι μου, διότι πολύ βασανίζομαι ἐδῶ.

Καί ὁ γέροντας ἀσκητής τοῦ ἔδωσε ἕνα παλαιό δικό του ἔνδυμα, γεμᾶτο ἀπό μπαλώματα, ἀλλά ἦταν καλλίτερο ἀπό τό τίποτε γιά νά τόν ζεστάνη καί νά μή περπατᾶ γυμνός. Καί ἐπῆγε ὁ βασιλεύς ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί ὅσοι τόν ἔβλεπαν γελοῦσαν, μή γνωρίζοντας ποιός εἶναι.

Καί περπατώντας ὁ βασιλεύς γιά τήν πόλι, οἱ ἄνθρωποι ἀπεμακρύνοντο ἀπό κοντά του, διότι τόν θεωροῦσαν κάποιον ληστή, ἄλλοι τόν περιγελοῦσαν καί τά σκυλιά τόν ἀκολουθοῦσαν. Καί μόνο αὐτός ἤξερε πῶς ἔφθασε στό κοντινό χωριό σ᾿ἕνα ὑπάλληλό του, τόν ὁποῖο εἶχε διορίσει ἐκεῖ ὡς φύλακα στά σύνορα τοῦ χωριοῦ του. Αὐτός ἀνῆκε στήν χορωδία τῶν κιθαρωδῶν πού τόν εἶχαν μεταφέρει μέχρι τήν λίμνη. Θέλοντας νά μπῆ ὁ βασιλεύς στήν αὐλή αὐτοῦ τοῦ δικοῦ του ἀνθρώπου, οἱ φύλακες καί οἱ ἐργάτες τόν ἔδιωχναν καί τόν περιγελοῦσαν.

-Τί ζητεῖς ἐσύ, ζητιᾶνε ἐδῶ; Χαμένε!

Θέλω νά συνομιλήσω μέ τόν ἄρχοντά σας, τούς εἶπε ὁ βασιλεύς.
-Ἀλλά ἐσύ δέν κυττάζεις τόν ἑαυτό σου πῶς εἶσαι ντυμένος; Καί τέτοια ὥρα νύκτα ἔρχεσαι στό ἀφεντικό μας! Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ πρίν νά πάρουμε τά ρόπαλα καί σέ σπάσουμε στό ξύλο!

Δέν ἄφησαν τόν βασιλέα νά μπῆ μέσα. Ἐκεῖνος ὅμως τόν ἔκραζε μέ δυνατή φωνή ἀπό ἔξω. Τόν ἄκουσε τό ἀφεντικό καί ἀνεγνώρισε τήν φωνή τοῦ βασιλέως, ἀλλά δέν ἀντιλαμβανόταν τί ζητοῦσε τέτοια ὥρα ἐκεῖ, διότι αὐτός (μέ τήν μορφή τοῦ ἀγγέλου) εἶχε πάει μέ τήν ἀκολουθία του ἐνωρίτερα στό παλάτι. Καί βγῆκε στό μπαλκόνι νά ἰδῆ ποιός εἶναι. Καί εἶδε ἕνα ζητιᾶνο, πού τόν καλοῦσε μέ τό ὄνομά του. Ὅμως, ὅταν ἐπλησίασε περισσότερο, εἶδε ὅτι ἦταν ὁ βασιλεύς.

-Γιατί ἐκάνατε αὐτό τό παιγνίδι σέ μένα; Τόν ἐρώτησε ὁ βασιλεύς ὀργισμένος. Πῶς μέ ἀφήσατε μέσα στό νερό σχεδόν γυμνόν καί ἐφύγατε ὅλοι σας; Νά ξέρετε ὅτι αὔριο θά κόψω τά κεφάλια ὅλων σας.

Ὁ ἄρχοντας τό χωριοῦ δέν καταλάβαινε τί ἔπαθε ὁ βασιλεύς, διότι ἐγνώριζε ὅτι αὐτός τόν ἔφερε μαζί μέ ὅλους τούς αὐλικούς ἀπό τήν λίμνη στό παλάτι. Ἀλλά δέν ἦταν σίγουρος ὅτι ἦταν αὐτός ὁ βασιλεύς ἤ κάποιος ἄλλος πού τοῦ ὁμοίαζε καί ἤθελε νά τόν διακωμωδίση, διότι εἶχε φορέσει καί τά βασιλικά του ροῦχα!

Σκέφθηκε νά τόν διώξη, ἀλλά φοβήθηκε μήπως αὐτός εἶναι ἀληθινά ὁ βασιλεύς, διότι ἡ φωνή καί ἡ μορφή του ἦταν δικά του, ἀλλά μέ τό ζωστικό αὐτό τό μπαλωμένο τόν ἔβλεπε πρώτη φορά. Δέν ἐγνώριζε τί νά κάνη, διότι ἤξερε πολύ καλά ὅτι τόν συνώδευσε μέ τά μουσικά ὄργανα μέχρι τό παλάτι του καί μέ ἄλλους στρατιῶτες. Καί ἐρώτησε τόν βασιλέα, τόν ὁποῖον καί κατηγοροῦσε:

-Ἔε, βασιλεῦ, δέν ἐπήγαμε ὅλοι  μαζί στό παλάτι σου; Δέν ἐφόρεσες τήν πορφύρα σου καί ἔβαλες τό στέμμα καί τό δακτυλίδι σου;  Δέν σέ δέχθηκαν καί στά ἄλλα τά χωριά μέ μουσικά ὄργανα καί μέ λουλούδια;

Καί δέν καταλάβαιναν οὔτε ὁ ἕνας, οὔτε ὁ ἄλλος τί συνέβη. Ὁπότε, ὁ σπιτονοικοκύρης, ἄφησε τόν βασιλέα σπίτι του καί ἔτρεξε στό παλάτι νά ἰδῆ τί συμβαίνει. Ὅταν ἔφθασε ἐζήτησε νά συναντηθῆ μέ τόν βασιλέα διότι ἦταν ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ἐξῆλθε πρός συνάντησί του ἡ βασίλισσα, πρός τήν ὁποίαν εἶπε:

-Θέλω νά μιλήσω μέ τόν βασιλέα, διότι εἶναι ἕνα θέμα πολύ σοβαρό.
-Δέν γίνεται, ἀναπαύεται τώρα. Τόν ἄφησα ἤδη στό κρεββάτι του.

-Ξυπνῆστε τον, διότι πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὁμιλήσω μαζί του.

Τότε ἐπῆγε ἡ βασίλισσα νά τόν ξυπνήση, ἀλλά ὅταν ἐπῆγε ἐκεῖ, δέν ἦταν κανείς στό κρεββάτι, παρά μόνο τά ροῦχα.

-Ἀλλοίμονο, δέν εἶναι ὁ βασιλεύς πουθενά.

Τότε τῆς εἶπε ὁ πρόεδρος καί φύλακας τοῦ χωριοῦ:

-Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι αὐτός πού ἦλθε σέ μένα στό σπίτι μου, ἀλλά φαίνεται ὅτι ἔχασε τά μυαλά του. Ἦλθε ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί μοῦ λέγει γιατί δέν τόν περιμέναμε νά βγῆ ἀπό τό μπάνιο του καί τόν ἀφήσαμε μέσα στό νερό.

Τότε ἐπῆγαν ὅλοι στόν βασιλέα καί τόν ἔφεραν στό παλάτι.
Αὐτός, ὅπως ἦταν κουρασμένος, ἀμέσως ἔπεσε στό κρεββάτι. Στόν ὕπνο του τοῦ ἐμφανίσθηκε ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε:

-Γιατί ἀπηγόρευσες νά διαβάζεται στίς ἐκκλησίες ὁ λόγος τοῦ Κυρίου; «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν…»; Ἐσύ δέν γνωρίζεις ὅτι ὁ Θεός  σέ ἔκαμε βασιλέα κι Αὐτός σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά σέ βγάλη ἀπό τήν βασιλεία σου; Εἶδες πόσο γρήγορα ἐπτώχυνες, ἐάν δέν ἔχης τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου;

Καί σωφρονίσθηκε ὁ βασιλεύς καί ἀμέσως ἔδωσε ἐντολή σ᾿ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς βασιλείας του νά ἐπανέλθη αὐτός ὁ στίχος τοῦ 33 ψαλμοῦ σέ κάθε ἀγρυπνία καί σέ κάθε ἀρτοκλασία. Μάλιστα ἔδωσε ἐντολή νά ψάλλεται τρεῖς φορές καί δυνατά νά ἀκούουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι: ««Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».

Ἐμεῖς νά γνωρίζουμε ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουμε: περιουσίες, μυαλό, γνώσεις, βαθμούς, ὑγεία καί τιμή ὅλα εἶναι δωρεές τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅπως μᾶς τά ἔδωσε, ἔτσι μπορεῖ σέ κάθε στιγμή καί νά μᾶς τά πάρη, ἐάν δέν Τόν εὐχαριστοῦμε γιά ὅλα αὐτά καί γιά τήν πατρική πρόνοιά Του.

Ἀκόμη πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν φέρει ὁ πλοῦτος τήν εὐτυχία, ἀλλά εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θ᾿ ἀποκτήση τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, διότι αὐτός θά γίνη μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους τούς βασιλεῖς τοῦ κόσμου καί θά ζήση στόν ἄπειρο αἰῶνα μέ τόν Θεό καί μέ τούς Ἁγίους Του πάντοτε.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998

ΠΗΓΗ hristospanagia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου