Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Ὁ Γέρων Παγκράτιος, ἡ ἄλωση τῆς Πόλης καί ἡ προφητεία: «Σώπασε Κυρά Δέσποινα, καί μή πολυδακρύζεις – πάλι μέ χρόνους, μέ καιρούς, πάλι δικά Σου θά ’ναι»


Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ πρέπει νά μᾶς προβληματίσει καί παράλληλα νά μᾶς ἀφυπνίσει. Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται σ’αὐτό ἐπαναλαμβάνονται σήμερα μέ μιά ὁμοιότητα πού θά μᾶς συγκλονίσει...


τος ἀπό Χριστοῦ 1452. Ἡ αὐτοκρατορία ξεψυχοῦσε κι ἔχανε τήν μιάν ἐπαρχία μετά τήν ἄλλη κι ἔστεκε ἀνήμπορη ν’ ἀντισταθῇ στούς βαρβάρους τῆς Ἀσίας. Ἔγινε σάν δαμάσκηνο ζαρωμένο, μιά χούφτα χῶμα γύρω ἀπ’ τήν  Ἑφτάλοφη. Καί μέσα σέ τούτην τήν ἀπελπισιά, ἁμάρτησε ξανά κι ἀπίστησε. Γιατί προσκύνησε τή Φραγκιά τοῦ Πάπα, γιά νά βρῇ βοήθεια καί προστασία.

12 Δεκεμβρίου 1452. Ἡ Ἐκκλησιά τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς ντροπιάζεται καί μολύνεται ἀπό τό ἐπαίσχυντο συλλείτουργο τῶν δικῶν μας προσκυνημένων μέ τούς παπόλυκους Φράγκους. Σάν τό ’μαθε ὁ Γέροντας Παγκράτιος ταράχτηκαν τά κόκκαλά του, ἔτσι ἄσαρκος πού ἦταν κι ἡ καρδιά του κομματιάστηκε ἀπ’ τόν πόνο. Τό κλάμα κι ὁ θρῆνος του στόν Κύριο μπροστά, γιατί νά ἐπιτρέψει ἡ Παντοδυναμία Του τέτοιο κακό, ἔκαμψε τό θεῖο θέλημα κι ἔστειλε  Ἄγγελο ὁ Θεός νά τοῦ διαμηνύσει «πώς εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νά τουρκέψῃηΗἩ}]]]} ῷῷ  ῇ    η     » καί πώς πρέπει κι ὁ ἴδιος νά ἐγκαταλείψει τή Βασιλεύουσα καί νά φύγει στήν Καππαδοκία.

Κι ὁ στυλίτης Γέρων Παγκράτιος γονατισμένος στήν κορφή τῆς κολώνας του, ἔκλαιγε καί παρακαλοῦσε «ὑπέρ ἐλέους καί σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου». Κι ἀνακατεύονταν τά δάκρυά του μέ τό νερό τῆς βροχῆς, πού ἔπεφτε ἀσταμάτητα πάνω του, ἀλλά τήν φωτιά, πού λαμπάδιαζε στά στήθια του μέσα, καμμιά βροχή δέν μποροῦσε νά τήν σβήσῃ. Σαράντα χρόνια ἦταν ἀνεβασμένος στόν ἀψηλόν τοῦτον στύλο, πού βρισκόταν χτισμένος στήν καρδιά τῆς  Ἑφτάλοφης, ἀκριβῶς στό κέντρο τοῦ τριγώνου, πού σχηματίζει ἡ πόλη τῆς Θεοτόκου, ἡ Κωνσταντινούπολη.

Βρισκόταν ὁ στύλος ἀριστερά τῆς λαμπρῆς ἐκκλησιᾶς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἔξω ἀπ’ τά τείχη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καί πιό πάνω ἀπ’ τή Μονή τοῦ Παντεπόπτου. Κι ὅπως ἦταν θεμελιωμένος σέ ψήλωμα, ὁ Γέροντας βιγλάτορας ἔβλεπε ἀπό μακρυά τόν τροῦλλο τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς καί παρηγοριόταν ἀπ’ τήν πετρωμένη τούτη προσευχή, ὅπου φτεροκοποῦσαν νυχτοήμερα οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ καί μάζευαν τίς δεήσεις καί τίς παρακλήσεις τῶν Χριστιανῶν. Ἔσκυβε λοιπόν ὁ Γέροντας Παγκράτιος πρός ἀνατολάς τοῦ Θεοῦ κι ἄδειαζε τήν καρδιά του κι ἔκλαιγε σάν μικρό παιδί γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Κι ἦταν πάντα του στραμμένος πρός ἀνατολάς, γιατί ὁ Θεός εἶναι μιά ἀδιάκοπη ἀνατολή ἀγάπης, ἔλεγε, πού δέν γνωρίζει ποτέ της δύση. 

 Ἀετήσιο κι ἄγρυπνο τό βλέμμα τοῦ Στυλίτη, ἀγνάντευε τόν κόσμον ὅλο, ζερβά-δεξιά, σ’ ἀνατολή καί δύση κι ἔπαιρνε μέσα του τίς φωνές καί τούς βόγγους καί τίς ἁμαρτίες ὁλονῶν καί τίς κονταροχτυποῦσε μέ τίς προσευχές καί τίς νηστεῖες του, ὅλες τίς ἀνύσταχτες νύχτες, ὅπου φώναζε στόν οὐρανό :

  - Ἔλεος, Πατέρα καί Υἱέ καί Πνεῦμα Ἅγιον, ἔλεος!

Τήν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε πώς ὁ Στυλίτης, ὅπως τόν λέγανε, ὁ μόνος προστάτης Γέροντας τῆς Βασιλεύουσας, φεύγει γιά πάντα ἀπ’ τήν Πόλη καί πάει στήν Καππαδοκία. Ἔτρεξε ἀπορημένος λαός πολύς, παπάδες καί καλόγεροι, πού τόν εἶχαν ἅγιο καί πνευματικό τους πατέρα, νά μάθουν τό πῶς καί τό γιατί. Πέρα στά δέντρα εἶχαν μαζευτεῖ ἀδέσποτα σκυλιά καί οὐρλιάζανε. Ὁ καιρός ἦταν σκοτεινός, συννεφιασμένος κι ὁ Γέροντας δάκρυζε ὁλοένα κι ἔτρεχαν τά δάκρυα πάνω στά γένια του τά κάτασπρα κι ὕστερα πέφτανε στή γῆ, τήν διψασμένη γιά εὐλογία καί ἁγιότητα. Λυπήθηκε ὁ π.Παγκράτιος τόν λαό, πού φώναζε καί δέρνονταν ἀπαρηγόρητος κι ὕστερα, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπ’ τόν στύλο του, κατασίγασε μέ τά χέρια του τό πλῆθος, νά ἠρεμήσουν γιά νά μιλήσῃ:

- Εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νά φύγω. Ὅποιος δέν ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πεθαίνει.

- Τρία καί ἥμισυ τά προφητεύματα. Τά αὐτά ἔρχονται καί σέ μᾶς τήν ὥρα τούτη, ἀδελφοί. Τρία καί ἥμισυ τά προφητεύματα…

 

- Τρεῖς μῆνες καί μισό μῆνα θά κρατήσῃ ὁ χαλασμός.

- Τρεῖς αἰῶνες καί μισόν αἰώνα θά κρατήσῃ τοῦ ἄπιστου ὁ ζυγός καί πιό πολύς θά ἦταν τοῦτος ὁ μεγάλος πόνος, ἄν δέν δάκρυζε ἡ Κυρά μας ἡ Δέσποινα μπροστά στόν θρόνο τοῦ Υἱοῦ της!  Εὐλογημένη στούς αἰῶνες ἡ Μάνα μας ἡ Παναγιά.

- Ἔστρεψε ὁ Κύριος στήν ἀειπάρθενη τό βλέμμα Του, κι ὅπως τήν εἶδε δακρυσμένη τῆς εἶπε: «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, καί μή πολυδακρύζῃς – Πάλι μέ χρόνους, μέ καιρούς, πάλι δικά σου θά ’ναι»!

- Μή γιορτάζετε ὅμως καί μή χοροπηδᾶτε, ἀδελφοί. Γιατί ἡ βεβήλωση τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς θά γίνῃ μεγαλύτερη καί ἡ γιορτή τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας δέν θά τελειώσῃ. Ἀτέλειωτη γιά αἰῶνες θά μείνῃ καί ἡ Λειτουργία τῆς Ἁγιά Σοφιᾶς καί τό αἷμα θά πνίξῃ τόπους καί λαούς.

- Βαρύ τό ἁμάρτημα τῆς παρακοῆς μας, ἀδελφοί, κι ἀμέτρητα ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης τά ἁμαρτήματα ὅλων μας. Ταφόπετρα βαρειά πάνω στήν αὐτοκρατορία, πού θά πέσῃ καί θά κομματιαστῇ στά χειρότερα.

- Μαρμαρωμένος θά μείνῃ στίς καρδιές ὁ αὐτοκράτορας κι ὁ τάφος του ποτέ δέν θά βρεθῇ, ὅσο κι ἄν ψάξουν ὅλοι. Καί ἡ γῆ δέν θά φαίνεται ἀπ’ τά πολλά τά πτώματα κι ἀπ’ τά αἵματα, πού θά τρέξουνε ποτάμι καί ἡ λύπηση θά ἐξαφανιστῇ. Κι ὅλοι θά ’θελαν νά εἶναι ἀγέννητοι αὐτήν τήν ὥρα!

- Θά φύγῃ ὁ Ἄγγελος πού προστατεύει τήν βασιλεύουσα καί θά πέσῃ φοβερή βροχή καί χαλάζι μέσα στόν Μάϊο. Κι ὅταν θά λιτανεύετε τήν Μεγαλόχαρη, θά πέσῃ ἀπ’ τά χέρια σας ἡ εἰκόνα, κι ὕστερα σύννεφο βαρύ καί σκοτάδι θά σκεπάσῃ τήν ἀσέβεια καί τήν προδοσία τῆς Πόλης.

- Καί στό τέλος φῶς οὐράνιο καί φωτιά θά σκεπάσῃ τόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Θεοῦ, γιά νά πάρουν οἱ  Ἄγγελοι τά Ἅγια καί γιά νά ρίξουν τήν Ἁγία Τράπεζα στήν θάλασσα, ὅπου καί θά φυλαχθῇ γιά αἰῶνες.

- Πολλά θά γίνουν, μά δέν ὠφελεῖ ὅλους νά τά ξέρουν. Γι’ αὐτό καί ὁ θάνατος τοῦ καθενός κρυφός κρατιέται.

- Κλάψετε ἀπο καρδιᾶς, ἀδελφοί! Κλάψετε καί δεηθῆτε…

 - Τό «Κύριε ἐλέησον» ἀξίζει δέκα φλουριά, ἐνῷ τό «Δόξα τῷ Θεῷ» ἀξίζει χίλια!

 Ἦταν δοξολογικός ἄνθρωπος ὁ Στυλίτης Παγκράτιος καί μέ αὐτήν τήν δοξολόγηση τρέφονταν καί ζοῦσε κι ἔλεγε στά πνευματικά του τέκνα «αὐτή θά εἶναι ἡ εὐτυχία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως τήν ζοῦν καί οἱ Ἄγγελοι καί οἱ Ἅγιοι στούς Οὐρανούς. Γιατί κάθε φορά, πού λέμε «Δόξα τῷ Θεῷ» πηγαίνουμε πιό κοντά Του καί παίρνουμε φῶς καί χάρη κι εὐλογία…

 Ὕψωσε τά χέρια του ὁ π. Παγκράτιος κι εὐλόγησε σταυρωτά στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα ὅλο τόν λαό, πού τόν ἄκουγε καί μέ καθαρή φωνή ἀπάντησε στήν παράκλησή τους:

- Μετάνοια, μετάνοια, μετάνοια! Ἄλλος δρόμος δέν ὑπάρχει. Καί τώρα καί πάντα. Παρακούσαμε τότε, ἄς ὑπακούσουμε τώρα!...

Μετά τό φευγιό τοῦ Γέροντα Παγκράτιου ἀπ’ τήν Πόλη μέ κατεύθυνση τήν Καππαδοκία, σεισμός ἐπακολούθησε μέγας καί συντάραξε τόν τόπο. Τρομαγμένοι πέσανε ὅλοι στό χῶμα κι ἄρχισαν νά παρακαλοῦνε μέ δάκρυα τόν Θεό νά τούς λυπηθῇ. Κι ὁ τρόμος ἔγινε ἀκόμα πιό μεγάλος. Γιατί μονάχα ὁ Στύλος τοῦ Γέροντα ἔπεσε καί σκορπίστηκε, σέ πέτρες καί χώματα. Κι ὅλοι σαστίσανε καί δέν ξέρανε τί νά ποῦνε καί τί νά σκεφτοῦνε. Μέσα τους ὅμως νοιώθανε πώς τοῦτο εἶναι πολύ κακό σημάδι γιά τά ὅσα θά φτάνανε στήν Βασιλεύουσα.

Τά σκυλιά συνεχίζανε πέρα νά οὐρλιάζουν καί νά θρηνοῦν προαισθανόμενα τό τέλος, πού πλησίαζε, ὅπως προαισθάνθηκαν τώρα καί τόν σεισμό.

Μονάχα οἱ αὐλικοί καί οἱ λατινόφρονες δέν βλέπανε τά δάκρυα τῆς Πόλης καί δέν ἄκουγαν τόν ρόγχο τῆς αὐτοκρατορίας.

 Ἡ ἀρχή τοῦ τέλους ἔγινε μέ τήν ἀναχώρηση τοῦ Γέροντα Παγκράτιου, ἀφοῦ «ἤτανε θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νά τουρκέψῃ».

 Ἐπιμέλεια κειμένου ΦΙΛΑΓΙΟΣ

     (Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Π. Μ. Σωτήρχου «Ἡ γιαγιά μου ἡ  Ἅλωση», ἐκδ. Ἁρμός, σ. 9-26).                                                      

                                                




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου