Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

«Πάντοτε πρίν ἀπ᾿ τήν αὐγή εἶναι τό πιό πυκνό σκοτάδι» (Γ΄ Μέρος)


«24 Δεκεμβρίου 1941... Ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μου, νοιώθω τά παγωμένα του χέρια νά μοῦ πιέζουν τήν καρδιά... Ἀλλά, ἄς εἶναι... Διότι, ἀπό σήμερα γιά μένα ἄλλαξαν τά πάντα. Πρό ὀλίγου ἦρθε κάποιος παράξενος ἄνθρωπος, μέ μπλέ σκοῦρα ροῦχα καί μιά κατάλευκη γενειάδα. Τό βλέμμα του ἦταν πονεμένο καί χαρούμενο μαζί. Φαινόταν βιαστικός. Ἀφοῦ σφάλισε τήν πόρτα, μοῦ εἶπε ψιθυριστά στά Ρωσσικά:

“Δέν μέ γνωρίζεις παιδί μου, τό ξέρω. Ἀλλά, μήν φοβᾶσαι... Μέ λένε Στεφάν καί εἶμαι ἱερέας τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ”.

“Στεφάν;”, ρώτησα κεραυνοβολημένος.“Στεφάν Ζινόφσκυ;”.

“Ναί, ἀπό τήν Πετρούπολη. Εἶμαι στήν ὑπηρεσία τοῦ Νοσοκομείου, ὡς αἰχμάλωτος πολέμου, στά καταναγκαστικά ἔργα μεταφορᾶς ἀνθρώπινων πτωμάτων, στούς κλιβάνους καύσεως γιά ἀπανθράκωση καί σαπουνοποίηση. Μᾶς δίδεται καθημερινῶς ἕνας κατάλογος μέ τούς ἀριθμούς τῶν θαλάμων καί τά ὀνόματα ἐκείνων πού πρέπει νά μεταφέρουμε. Χθές στόν κατάλογο διάβασα τό ὄνομά σου. Θάλαμος νούμερο «0» (μηδέν), Ἰβάν Στάρτσκωφ, κωδ. ἀρ. 542770. Ἀντέγραψα σέ ἄλλο χαρτί αὐτά τά στοιχεῖα καί τά φύλαξα”.

»Ἡ ἑπόμενη κίνησή του ἦταν νά βγάλει ἀπό τόν κόρφο του ἕνα πολύ λεπτό ὕφασμα διπλωμένο σφιχτά, σέ γαλάζιο χρῶμα.

“Ἰδού, παιδί μου. Αὐτό εἶναι τό πετραχήλι, πού μέ θυσία αἵματος μοῦ ἔφτιαξαν χέρια ἀδελφικά, ὥστε κι ἐδῶ στή φοβερή αἰχμαλωσία, ἔστω κι ἄν χάνονται σώματα, νά σώζονται ψυχές”.

»Τόν διέκοψα ἀπότομα ρωτώντας τον μέ ἀγωνία:

“Πέστε μου, μπάτουσκα (παππούλη), εἰλικρινά τί σᾶς παρακίνησε νά ᾿ρθεῖτε σέ μένα;”.

Μοῦ ἀπάντησε ψιθυριστά:

«Κοίταξε, παιδί μου. Τό ξέρω ὅτι ὀνομάζεσαι Ἰβάν Στάρτσκωφ, εἶσαι ἀπό τό Σμολένσκ, καί εἶσ᾿ ἀδελφός τοῦ Ἀλεξίου Στάρτσκωφ, πού τώρα εἶναι...».

“Πῶς τά ξέρετε ὅλα αὐτά;” ρώτησα κατάπληκτος.

“Εἶναι πολύ ἁπλό. Ἐγώ ἔχω ἕνα γυιό πού τώρα εἶναι ἱερομόναχος στό ἐρημιτικό κελλί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐκεῖ ὅπου εἶχε καταφύγει ὁ ἀδελφός σου ἀρχικά, γιά νά γίνει Μοναχός. Συνέπεσε λοιπόν τήν ἡμέρα πού εἶχες ἔρθει μέ τόν πατέρα σου, γιά νά πάρετε τόν Ἀλέξιο, ἤ μᾶλλον τόν Χριστοφόρο πίσω, νά εἶμαι κι ἐγώ ἐκεῖ, διότι τήν ἑπομένη ἐπρόκειτο νά γίνει ὁ γυιός μου μεγαλόσχημος Μοναχός. Εἶδα λοιπόν ὅλη τή σκηνή μέ τά μάτια μου. Ὅταν ἐσεῖς μπήκατε στό ἀρχονταρίκι γιά ἀνάπαυση, ὁ ἀδελφός σου ἔτρεξε βιαστικά στό κελλί τοῦ γυιοῦ μου, λέγοντάς του:

“Πάτερ Μιχαήλ! Νά πεῖς σέ παρακαλῶ στόν Ἡγούμενο νά μέ συγχωρήσει, ἀλλά φεύγω ἀμέσως γιά τό Ἅγιον Ὄρος!”.

“Ἀλέξιε, ἀδελφέ, εἶναι σωστό νά φύγεις τώρα;” τόν ρώτησε ὁ γυιός μου.

“Εἶναι θέλημα Θεοῦ, ἀδελφέ! Μήν ἀποκαλύψετε τίποτε στόν πατέρα μου καί στόν Ἰβάν... Εὐλογεῖτε, ἀδελφέ! Νά εὔχεσθε γιά μένα!”.

“Ἡ Παναγία μαζί σου, Ἀλέξιε!”.

»Ἐκεῖνος ἔφυγε τρέχοντας καί χάθηκε στό δάσος. Ἀπό τότε ἔστειλε δύο φορές ἐπιστολή στόν Ἡγούμενο, τήν πρώτη γιά τήν κουρά του σέ μεγαλόσχημο καί τή δεύτερη γιά τή χειροτονία του. Ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, πού ἐπισκεπτόμουν τούς Μοναχούς ἐκεῖ, μάθαινα καί γιά τά γράμματά του. Πρίν ἀπό ἀρκετούς μῆνες ἦρθε κι ἕνα ἀκόμη γράμμα, τό τρίτο καί τελευταῖο, σταλμένο ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος. Αὐτό τό εἶδα κι ἐγώ μέ τά μάτια μου· ἔγραφε:

“Ὁ ἀδελφός ἡμῶν ἱερομόναχος πατήρ Χριστοφόρος, ἀνεπαύθη χθές, τήν ἕκτη πρωινή ὥρα, ἐν Κυρίῳ. Αὔριον ἀρχίζομεν τήν τέλεσιν τῶν μνημοσύνων του. Παρακαλεῖσθε ὅπως μνημονεύετε τήν ψυχήν τοῦ ἀδελφοῦ, ἄν καί ἡμεῖς ἔχομεν μᾶλλον περισσοτέραν ἀνάγκην τῶν ἰδικῶν του εὐχῶν, παρά ἐκεῖνος ἀπό τάς ἰδικάς μας. Ἦτο ἁγία ψυχή, πραγματικά ταπεινός καί ἄκακος Μοναχός, φίλος θερμός τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη του”.

»Ἐγώ εἶχα μείνει ἐμβρόντητος ἀπό ὅσα εἶχα ἀκούσει. Πέρασαν ἕνα δύο λεπτά μέχρι νά συνέλθω. Ἔνοιωθα ἕνα συνεχές σφίξιμο στήν καρδιά, σάν νά πιεζόταν βασανιστικά ἀπό τήν ἀφόρητη θλίψη. Ξέσπασα σ᾿ ἕνα σχεδόν βουβό κλάμα, μέ πνιγμένους λυγμούς... Τά κομμένα μου μέλη πονοῦσαν φρικτά, ὄχι τόσο ἀπό τόν σωματικό ὅσο ἀπό τόν ψυχικό πόνο.

“Μπάτουσκα, μπάτουσκα (παππούλη, παππούλη), ἔχει πεθάνει λοιπόν, τό ἤξερα, τὄχα καταλάβει. Ἦρθε στόν ὕπνο μου καί μοῦ εἶπε γιά σᾶς...”.

“Ὁ πατήρ Χριστοφόρος εἶναι πλέον στόν Παράδεισο”, εἶπε τότε ὁ παπα-Στεφάν δακρυσμένος, μέ βλέμμα νά κοιτάει ψηλά ἔξω στόν ἔναστρο οὐρανό[1].

“Μπάτουσκα, ὁ ἀδελφός μου, ὁ μικρός μου Ἀλιόσα ἦταν Ἅγιος... Ἐγώ... εἶμαι ἕνα κτῆνος...” τοῦ ἔλεγα μέ λυγμούς.

“Σώπασε, παιδί μου, ἡσύχασε... Πρέπει νά σοῦ πῶ καί κάτι ἄλλο ἀκόμη. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἡγουμένου εἶχε καί ὑστερόγραφο:

“Διαβιβάσατε, ἀδελφοί, εἰς τήν οἰκογένειαν τοῦ π.Χριστοφόρου, ὅτι ἔχασε τήν ζωήν του εἰς ὥραν ἱεροῦ καθήκοντος. Διότι, ἀφοῦ ἐτέλεσεν ξημερώματα τήν θείαν Λειτουργίαν, καί ἀφοῦ ἐκοινώνησεν ὁ ἴδιος, οἱ ἀδελφοί Μοναχοί τῆς Μονῆς καί τρεῖς φιλοξενούμενοι στρατιωτικοί, ἀνέλαβε αὐτοβούλως νά ὁδηγήσει τούς τελευταίους ἕως τῆς παραλίας, ὅπου κρυφίως θά τούς παρελάμβανε κάποιο καράβι διά τήν Μέσην Ἀνατολήν. Δυστυχῶς ὅμως, λόγῳ προδοσίας ἔπεσαν εἰς ἐνέδραν Γερμανῶν τήν ὥραν πού ἐπλησίαζεν τό καράβι εἰς τήν παραλίαν, ὅπου εὑρίσκοντο ὅλοι συγκεντρωμένοι. Οἱ Γερμανοί ἤρχισαν νά πυροβολοῦν. Τότε ὁ εὐλογημένος π.Χριστοφόρος, διά νά σώσει τήν ζωήν τῶν ἄλλων, φωνάζοντας “πέσατε κάτω ἀδελφοί”, ἤρχισε νά τρέχει κατά μῆκος τῆς παραλίας, κραυγάζων ἀτάκτως καί κάμνων ζωηράς χειρονομίας, ἕλκοντας ἐπάνω του τήν προσοχήν τῶν ἐχθρῶν. Μία σφαῖρα τόν εὗρε εἰς τήν καρδίαν. Ἦτο ξημερώματα Κυριακῆς, Ἰουνίῳ μηνί-1941. 

Ὁ Θεός μεθ᾿ ὑμῶν καί ἡμῶν.

Ταπεινός πρός Κύριον εὐχέτης

ὁ Καθηγούμενος

†Ἱερομόναχος Σαμουήλ

καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί”. 

“Ὅπως βλέπεις, Ἰβάν, ὁ ἀδελφός σου δέν ἦταν μόνον Ἅγιος, ἀλλά καί ἥρωας”.

»Ἐγώ πλέον εἶχα πνιγεῖ στόν θρῆνο.

»Ὁ π. Στεφάν ξεδίπλωσε τό πετραχήλι, λέγοντάς μου μέ τρεμάμενη φωνή:

“Ἰβάν, παιδί μου, αὔριο πού εἶναι Χριστούγεννα, θά εἶσαι καί σύ στόν Οὐρανό. Ὁ π.Χριστοφόρος σέ περιμένει...”.

“Πῶς τό ξέρετε αὐτό;”, ρώτησα μέσα στ᾿ ἀναφιλητά μου.

“Μέ εἰδοποίησε παιδί μου... ἔλα τώρα νά πεῖς στόν Χριστό μας τή ζωή σου”.

Ἅπλωσε πάνω μου τό λεπτό πετραχήλι μέ τούς κόκκινους κεντημένους σταυρούς.

“Σ᾿ ἀκούει ὁ Χριστός τώρα, παιδί μου. Αὔριο θά ᾿σαι στόν Παράδεισο”.

“Ἥμαρτον, πάτερ, ἥμαρτον... εἶμαι ἕνα θηρίο, ἕνα κτῆνος...”.

»Τοῦ εἶπα ὅλη τή ζωή μου ἀπό μικρό παιδί ἕως τότε. Ἀφοῦ μοῦ διάβασε τήν εὐχή συγχωρήσεως ὅλων τῶν ἐγκλημάτων μου, ἔβγαλε ἀπό τόν κόρφο του ἕνα μικρό καρύδι. Τό πίεσε λίγο κι ἐκεῖνο ἄνοιξε. Τόν κοίταξα σαστισμένος.

“Εἶναι ἡ Ἁγία Κοινωνία, Ἰβάν, ὁ Ἰησοῦς Χριστός...”.

“Μά, πῶς πάτερ...”.

“Τελοῦμε πότε-πότε κρυφές θεῖες Λειτουργίες, μέ τή σκέπη τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχουν ἀρκετοί ὀρθόδοξοι ἐδῶ... Ἔλα τώρα, παιδί μου, νά κοινωνήσεις. Κάμε τόν σταυρό σου...”.

»Ἔκανα τότε τόν σταυρό μου, γιά πρώτη σχεδόν φορά στή ζωή μου κι ἔλαβα τή ΖΩΗ μέσα στήν ψυχή μου.

“Τώρα ὅλα τελείωσαν, Ἰβάν. Θά ᾿ρθω αὔριο τό πρωΐ νά παραλάβω τό σῶμα σου”.

“Μπάτουσκα, ἔχω ἐδῶ μερικά κομμάτια χαρτί, σάν ἡμερολόγιο. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἔρθετε, νά τά πάρετε. Θά τό ᾿χω κάτω ἀπό τό μαξιλάρι”.

»Μοῦ ἔσφιξε τό χέρι, κουνώντας καταφατικά τό κεφάλι. Πῆρα ἔτσι τήν εὐχή του, φιλώντας τό λεπτό βασανισμένο χέρι τοῦ καλοῦ λευΐτη[2]. Μέ σταύρωσε καί ψιθυρίζοντάς μου “μακαρία[3] ἡ ὁδός σου, παιδί μου· νά εὔχεσαι καί γιά μένα τόν ταπεινό”, γλίστρησε ἀθόρυβα πίσω ἀπό τήν πόρτα καί χάθηκε μέσα στό σκοτάδι...

»Τί ὥρα νά  ᾿ναι, ἄραγε; Ἴσως τρεῖς ἤ τέσσερεις ἤ πέντε τά ξημερώματα. Πάντως μοῦ φαίνεται ὅτι τό σκοτάδι διαλύεται ἀπό ἕνα ἀμυδρό φῶς. Εἶναι 25 τοῦ Δεκέμβρη τοῦ 1941... ξημερώνει ἡ γιορτή τῶν Χριστουγέννων... Δέν μπορῶ νά σταματήσω τό κλάμα, ὄχι ἀπό λύπη, ἀλλά ἀπό χαρά... Ἦρθε ἡ ὥρα νά φύγω... δέν νοιώθω πλέον τά μέλη μου, μόνο στήν καρδιά μου ὑπάρχει ἀκόμη λίγο αἷμα... νά, μιά ἡλιαχτίδα ἔσχισε τό σκοτάδι... Μπάτουσκα, φεύγω... Συγχώρεσέ με, τήν εὐχή σου...

Ἰβάν Νικολάγιεβιτς Στάρτσκωφ, ὁ ἁμαρτωλός».

Τό σῶμα τοῦ Ἰβάν, ἀκρωτηριασμένο, χωρίς πόδια καί ἀριστερό χέρι, βρέθηκε παγωμένο ἐκεῖνο τό πρωί στόν θάλαμο «0» (μηδέν). Ἐγώ ὁ ἱερέας τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, π.Στεφάν Ζινόφσκυ, μέ τή βοήθεια ἑνός ἄλλου ἀδελφοῦ τό μεταφέραμε, μαζί μέ ἄλλα πτώματα, στούς κλιβάνους. Ἔψαλα ψιθυριστά τή νεκρώσιμη ἀκολουθία, καθώς ἔριχναν τό σῶμα τοῦ Ἰβάν στίς φλόγες. Τώρα πιά δέν λυπᾶμαι, οὔτε δακρύζω. Γιατί ξέρω, τό νοιώθω, ὅτι ὁ Ἰβάν εἶναι εὐτυχισμένος...

Χαῖρε, εὐλογημένε Ἰβάν, πού μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων μιᾶς σκοτεινῆς νύκτας, ἐξαγόρασες τήν αἰώνια χαραυγή τῶν Οὐρανῶν.


Σημείωση: Ὁ ἱερέας π. Στεφάν Ζινόφσκυ ἦταν αἰχμάλωτος στά καταναγκαστικά ἔργα τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου (κέντρο Ἰατρικῶν Πειραμάτων), κάπου μεταξύ τῶν γερμανο-αὐστριακῶν συνόρων. Ἔζησε στήν αἰχμαλωσία ὥς τό 1944. Πεθαίνοντας μοῦ ἐμπιστεύθηκε μερικά φύλλα τριμμένου χαρτιοῦ, μέ τίς σκέψεις τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Ἰβάν Στάρτσκωφ, μέ τήν τελευταία ἐπιθυμία νά δοθοῦν μετά τήν ἀπελευθέρωση (πού ἤδη τότε διαφαινόταν στόν ὁρίζοντα) στή δημοσιότητα. Σεβόμενος τήν ἐπιθυμία αὐτή τήν πραγματοποίησα. Ἄς εἶναι οἱ λίγες αὐτές σελίδες ἱερό καί αἰώνιο μνημόσυνο γιά τόν Ἰβάν, τόν ἀκρωτηριασμένο μελλοθάνατο, πού σέ μιά νύχτα πάλεψε καί νίκησε τόν θάνατο.

Θεοντόρ Λουντμίλωφ, ἐτῶν ἑξήντα πέντε, συναιχμάλωτος τοῦ π. Στεφάν καί κατά σάρκα ἀνιψιός του. Ἐπέζησα χάριτι Θεοῦ, ἀπό τήν αἰχμαλωσία. Μᾶς ἐλευθέρωσαν τά συμμαχικά στρατεύματα τῶν Ἀγγλο-ἀμερικανῶν τό 1945.

Κίεβο, Ἀπρίλης τοῦ 1970



[1]. Στό κελλί «0» ὑπῆρχε ψηλά ἕνα μικρό παραθυράκι 30x30 ἑκατοστά, πού ἐπέτρεπε νά εἰσέρχεται ἐλάχιστο φῶς τοῦ ἡλίου τή μέρα καί τῆς σελήνης τή νύκτα.

[2]. λευΐτης:ἱερέας στή γλώσσα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

[3]. μακαρία:εὐτυχισμένη, εὐλογημένη.


 [ἀπό τό βιβλίο Διωγμοί χριστιανῶν στήν «ἐποχή τῶν Φώτων» καί στά χρόνια τῆς Βαρβαρότητας (Γαλλική Ἐπανάσταση - Ναζιστική Γερμανία), ἔκδ. Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου