Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

«Πάντοτε πρίν ἀπ᾿ τήν αὐγή εἶναι τό πιό πυκνό σκοτάδι» (Β΄ Μέρος)

 Μιά ἀληθινή ἱστορία ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

«19 Δεκεμβρίου 1941... Κάθε μέρα πού περνάει νομίζω πώς εἶναι γιά μένα ἡ τελευταία. Ὡστόσο, δέν παύω μέ τόν νοῦ μου ν᾿ ἀναπολῶ τά περασμένα... Τό σπίτι μας στό Σμολένσκ, τό σχολεῖο, τή Στρατιωτική Σχολή, ὅλους ὅσους γνώρισα λίγο ἤ πολύ στή ζωή μου. Ἄραγε, μέ θυμᾶται τώρα κανείς ἀπ᾿ αὐτούς; Ὁ παππούς ὁ Βάνια, πού μοῦ ἔμαθε νά ρίχνω τή σφεντόνα, ἡ γιαγιά Κλαυδίγια, πού μοῦ ἔπλεκε ζεστές μάλλινες κάλτσες γιά τόν χειμώνα... οἱ γονεῖς μου πού, ἁγνοί βιοπαλαιστές, ἀγωνίστηκαν νά μᾶς μεγαλώσουν ἐμένα καί τόν ἀδερφό μου... ἡ γειτόνισσα ἡ Λιούμπα, ὁ Πιότρ ὁ ταχυδρόμος, ὁ Ἀντρέι ὁ δάσκαλος... δεκάδες πρόσωπα, πράγματα καί γεγονότα, πού μοῦ φαίνονται ὅμως τώρα τόσο μηδαμινά κι ἀσήμαντα...

»Σήμερα ἔχω φρικτούς πόνους στά κομμένα μου πόδια... αἰσθάνομαι νά σαπίζω ζωντανός. Καθημερινά σχεδόν ἔρχονται δύο γιατροί μέ πρόσωπα παγωμένα, καί ἀφοῦ μέ ναρκώσουν πειραματίζονται πάνω στό σῶμα μου, χωρίς νά ξέρω πῶς, λόγῳ τῆς νάρκωσης... Ὅταν συνέρχομαι συνήθως πονάω πολύ κι ἔχω συνεχή τάση γιά ἐμετό. Κρυώνω φοβερά μιά καί δέν ὑπάρχει θέρμανση στόν θάλαμο. Μοῦ ἔχουν ξυρίσει τό κεφάλι, γιά κάποιο σκοπό πού μόνο τά διεστραμμένα τους μυαλά γνωρίζουν...

»Ὁ νοῦς μου τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ, χωρίς νά στέκεται κάπου συγκεκριμένα, ἀκόμη καί σέ ἀνήθικες σκέψεις. Ἐξάλλου καί στή ζωή μου δέν ἤμουν ἰδιαίτερα ἠθικός. Γι’ αὐτό ὁ Ἀλέξιος μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε:

“Τό σῶμα σου, πού τό παρέδωσες στή σαπίλα, θά σαπίσει ζωντανό, πρίν βγεῖ ἡ ψυχή σου, Ἰβάν. Πολύ λυπᾶμαι γιά τήν ψυχή σου...”.

»Εἶναι μέρες τώρα πού ἔχω μιά παράξενη φοβία, πού ὁλοένα μεγαλώνει. Νοιώθω σάν τό αἰχμάλωτο ζῶο, πού πρόκειται νά δοθεῖ ὡς τροφή σέ σαρκοφάγα θηρία... Ἄν πίστευα στόν Θεό, θά ὀνόμαζα τή φοβία μου «ἔλεγχο συνειδήσεως». Ἄν πίστευα...

»Λίγους μῆνες πρίν ἀπό τήν εἰσβολή τῶν Γερμανῶν στή Ρωσσία, ἔλαβα ἕνα ἀκόμη σύντομο γράμμα ἀπό τόν ἀδερφό μου, πού ἦταν καί τό τελευταῖο:

“Χθές χειροτονήθηκα ἱερομόναχος ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, διά πρεσβειῶν τῆς Ἀειπαρθένου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Εὔχεσθε γιά μένα.

Υ.Γ.: Ἰβάν, νά μέ θυμηθεῖς στήν ἀπομόνωσή σου”.

»Τώρα σκέφτομαι ὅτι ὁ Ἀλέξιος, ἤ μᾶλλον ὁ Χριστοφόρος, εἶναι Ἅγιος. Ναί, σίγουρα εἶναι Ἅγιος. Τόν εἶδα στόν ὕπνο μου ἀπόψε, ντυμένο ἱερομόναχο, μέ κατάλευκα ἄμφια, θυμιατό κι ἕνα ξύλινο φωτεινό σταυρό... Μέ κοίταξε λυπημένος. Κάποια στιγμή, χαμογελώντας ἐλαφρά, μοῦ εἶπε μέ ἁπαλή φωνή:

“Ἰβάν, μή φοβᾶσαι. Ὁ Χριστοφόρος εἶμαι”.

“Πονάω πολύ, ἀδελφέ μου, βοήθησέ με”, τοῦ εἶπα.

“Ἰβάν, σέ λίγες μέρες θά ᾿ρθεῖς καί σύ ἐδῶ, πού εἶμαι καί ᾿γώ. Θά σέ στείλει ὁ παπα-Στεφάν Ζινόφσκυ ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη”[1].

»Ἔπειτα χάθηκε ἀπό τά μάτια μου. Τοῦ φώναζα νά γυρίσει πίσω, ἀλλά μάταια... Μά, γιατί μοῦ εἶπε πώς θά πάω ἐκεῖ πού εἶναι καί αὐτός; Καί ποιός εἶναι ὁ παπα-Στεφάν; Ἐγώ δέν γνωρίζω κανέναν παπα-Στεφάν... Τά μάτια μου βουρκώσανε, ἡ καρδιά μου χτυπάει σάν τρελλή... ὁ Χριστοφόρος πέθανε, ἔχει πεθάνει! Κι ἐγώ θά πεθάνω σύντομα... θά πεθάνω... Θεέ μου, δέν θέλω νά πεθάνω!... Νοιώθω τό κεφάλι μου ἕτοιμο νά ἐκραγεῖ. Τώρα θυμᾶμαι τί μοῦ εἶπε ὁ Χριστοφόρος τό τελευταῖο Πάσχα πού ἤμασταν μαζί:

“Ὁ θάνατος; Μά δέν ὑπάρχει θάνατος! Μόνο μεταβολή, χωρισμός ψυχῆς καί σώματος. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό τό Θεό ἀθάνατος, ἀλλά μόνον κοντά Του. Μακριά Του εἶναι μιά ζωή θανατηφόρα _πέραν τοῦ τάφου_ γεμάτη αἰώνια πικρότατη σιωπή, φοβερότατο στεναγμό, μεγάλο φόβο καί ἀγωνία, ἀναμονή χωρίς ἐλπίδα, ἀκατάπαυστη ὀδύνη, ψυχικό κι ἀτελεύτητο δάκρυ, αἰωνία κόλασις”.

»Τρέμω ὁλόκληρος... Δέν μπορῶ... σταματῶ ἐδῶ...».

                                                            (συνεχίζεται)

[1]. Τό Λένινγκραντ, πρίν ἀπό τήν Κομμουνιστική Ἐπανάσταση, ὀνομαζόταν ἀπό τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς Ἁγία Πετρούπολη.

   [ἀπό τό βιβλίο Διωγμοί χριστιανῶν στήν «ἐποχή τῶν Φώτων» καί στά χρόνια τῆς Βαρβαρότητας (Γαλλική Ἐπανάσταση - Ναζιστική Γερμανία), ἔκδ. Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου