Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΣΤΟ ΙΕΡΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ


Σήμερα Παρασκευή 29 Μαΐου 2020, μέ ἀφορμή τήν θλιβερή ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στό Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδήμου τελέσθηκε Θεία Λειτουργία καί ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ τῶν προγόνων μας πού θυσιάσθηκαν στίς Ἀλησμόνητες Πατρίδες. Στή συνέχεια στό μεγάλο ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς ἐκφωνήθηκε ἐπίκαιρη ὁμιλία τοῦ Θεολόγου-Φιλόλογου κυρίου Ἰωάννη Πελίτη, τό πλῆρες κείμενο τῆς ὁποίας παρατίθεται κάτωθι. Κατά τήν ἔναρξη ἀλλά καί κατά τή λήξη τῆς σεμνῆς αὐτῆς ἐκδηλώσεως, ὁ Χορός τῶν Πατέρων τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου ἀπέδωσε ἐπίκαιρους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους.
ΟΜΙΛΙΑ   ΙΩΑΝΝΟΥ   ΠΕΛΙΤΗ   ΕΙΣ   ΤΗΝ   
ΕΠΕΤΕΙΟ   ΤΗΣ   ΑΛΩΣΕΩΣ   (29-5-2020)

Εὐχαριστώντας γιά τήν πρόσκληση καί γιά τήν παρουσία σας, εὔχομαι τίς στιγμές αὐτές γόνιμες γιά ὅλους.
Σέ κάθε ἐπέτειο γιά τήν ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας πενθοῦμε ἀναστάσιμα τήν τουρκική κατάκτηση τῆς ἐνδοξότερης Χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας, πού ὀνόμασαν Βυζάντιο οἱ ἐχθροί της, ἀποκρύπτοντας τίς ἱστορικές της ρίζες γιά νά ἀλλοιώσουν τήν ταυτότητά της.
 Ἡ προερχόμενη ἀπ᾿ τήν ἐξ᾿ ἀρχῆς Ἑλληνική πόλη Ρώμη Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, ἐκχριστιανισμένη, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία, πού περιλαμβάνονταν στά ὅριά της γιά κάποια χρονικά διαστήματα ἡ Βρετανία, ἡ Εὐρώπη, ὡς τόν Ἔλβα, ἤ δυτική Ἀσία μέχρι καί τό Ἰράκ καί ἡ βόρεια Ἀφρική. Κύρια γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, ἡ ἀπ᾿ ὁποιαδήποτε ἄλλη μουσικότερη καί πλουσιότερη - σημεῖο ὅτι ὁ λαός πού τήν δημιούργησε ἔφτασε ὡς τά πιό ἀκραῖα ὅρια τή δίψα γιά ἀλήθεια, ζωή, ὡραιότητα, ἐλευθερία, ἀγάπη – ἔκφραση δίψας γιά τόν Θεό. Συνεκτικός ἱστός τῶν λαῶν πού τήν συγκρότησαν, ἡ ἴδια πίστη. Ἐπισήμανση πού λείπει ἀπ᾿ τήν Ἱστορία: κυβερνήθηκε καί ἀπό Ἁγίους πού θέσπισαν ὡς θεμέλιο πολιτικῆς τήν θέωση τοῦ πολίτη, καταξιώνοντας τήν Πατρίδα ὡς οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἁγία γῆ, ὅπου ἀσκεῖται ὁ βίος πού τρέπει σέ ἀνάσταση τόν θάνατο καί καταλάμπει ἄκτιστο φῶς τήν οἰκουμένη μέσα ἀπ᾿ τήν Ἀποκάλυψη, τήν ποίηση, τήν μελῳδία , τήν ἀρχιτεκτονική καί τήν εἰκόνα, πού ἐμπνέει κάθε μία τό Ἅγιο Πνεῦμα, κορυφώνοντας τόν Θεανθρώπινο πολιτισμό. Τόσο στήν βιοπάλη, κατά τήν εἰρήνη, ὅσο καί στόν πόλεμο μέ τίς αἱρέσεις ἤ μέ τούς ἐπίδοξους κατακτητές.
Ὡς μετοχή σέ ἄκτιστη καί κτιστή πραγματικότητα, ἡ ἱστορία της, μένει ἀνερμήνευτη σέ κάθε νοῦ ἀφώτιστο, ὅπως καί ἡ ταυτότητά της.

Ὅταν ὁ Κύριος ἀποκάλυψε δημόσια ὅτι αὐτοί πού ἀλλοίωναν τήν ἐπαγγελία Του ἦταν τέκνα τοῦ διαβόλου, ἀποφάσισαν νά Τόν σταυρώσουν καί νά μεταστρέψουν ἤ νά καταστρέψουν τόν λαό Του καί τό σχέδιό Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, γιά νά ἐπιβάλλουν ἑωσφορική δικτατορία ὡς κατάληξη τοῦ ψυχωτικοῦ ὁράματός τους. Ἀπειλώντας τόν Πιλᾶτο ὅτι ἄν δέν σταυρώσει τόν Χριστό δέν θά εἶναι φίλος του Καίσαρα (ὅριζαν αὐτοί ποιοί ἦταν φίλοι του), τόν ἀνάγκασαν νά δεχτεῖ τήν ἀπαίτησή τους, ἄν καί διαπίστωσε ὁ ἴδιος τήν ἀθωότητά Του. Γιά νά προκαλέσουν ἐξοντωτικούς διωγμούς ἀπ᾿ τούς Ρωμαίους, συκοφάντησαν τούς Χριστιανούς ὡς ἄθεους, ἀνθρωποφάγους, αἱμομῖκτες καί ὑπαίτιους θεομηνιῶν. Μετά τήν λήξη τῶν διωγμῶν κάποιο ἀφανές ἐπιτελεῖο ἐπινοεῖ αἱρέσεις πού, παραποιώντας τήν Ἀποκάλυψη, ἐπιφέρουν θάνατο πνευματικό καί προκαλοῦν διαμάχες καί ἐμφυλίους, καί τό ὁποῖο σέ συνδυασμό μέ ὀργανωμένες ἐπιθέσεις ἀπό βάρβαρες φυλές κατά τῆς αὐτοκρατορίας, ἐπιδιώκει τήν ἐξόντωσή της σάν μέ κατά παρακαταθήκη ὅρκο μέ ὕπουλα μέσα καί μεθόδους.
Ἡ κάθοδος τῶν Φράγκικων βαρβαρικῶν φύλων στό δυτικό Ρωμαϊκό κράτος καί ἡ διά βίας καί ἀπάτης ἐπικράτησή τους, ὁλοκληρώθηκε μετά τήν ὄγδοη οἰκουμενική, πού καταδίκασε τό φιλιόκβε, μέ συμμετοχή τοῦ τελευταίου ὀρθόδοξου πάπα τῆς Ρώμης. Οἱ Φράγκοι ἐπέβαλαν μέ πρωτοφανῆ βία καί δόλο τήν παπική αἵρεση, ἀπ᾿ τόν θεό τῆς ὁποίας καί ὁ παράδεισος ἐξαγοράζεται (θεός τό χρῆμα, τό χρυσό μοσχάρι). Γιά νά μήν ἑδραιωθεῖ ὁ Χριστιανισμός στούς Ἄραβες, ἱδρύθηκε ὁ Μουσουλμανισμός, κρᾶμα στοιχείων θρησκευτικῶν, ἀραβικῶν, Χριστιανικῶν καί Ἰουδαϊκῶν (ὅπως ἡ περιτομή πού ὁρίζει τήν ταυτότητα τοῦ πιστοῦ). Ἄραβες, Πέρσες, Ἄβαροι κ.ἄ. φυλές ἐξασθενοῦν τήν αὐτοκρατορία μέ διαρκεῖς πολέμους. Ἀπ᾿ τήν Φραγκεμένη Δύση, οἱ σταυροφόροι μέ μασονικά διάσημα, μετά ἀπό ἀλλεπάλληλες ἐκστρατεῖες κατακτοῦν καί τήν Κωνσταντινούπολη καί προβαίνουν σέ σφαγές, βιασμούς καί μέσα στά Ἱερά, ἁρπαγές καί ἁγίων λειψάνων καί ἐμπρησμούς ἀκόμη καί ναῶν, δείχνοντας τό ἀποτρόπαιο πρόσωπο τοῦ προοδευτικοῦ ψευτοχριστιανισμοῦ. Μετά τήν ἀπελευθέρωση ἀπ᾿ τούς Φράγκους ἡ αὐτοκρατορία δέν ξαναβρῆκε τήν παλιά ἀκμή της καί πιεζόμενη συνέχεια ἀπ᾿ τούς Τούρκους, ἡ ἡγεσία της στρέφεται γιά βοήθεια στούς παπικούς πού, ἄν καί δέν διέθεταν ἀξιόλογο στρατό, ἀπέσπασαν μέ ἐξαναγκασμό καί δόλο τήν ψευδένωση μέ τήν Ὀρθοδοξία ὑπό τόν πάπα στήν σύνοδο Φερράρας. Τήν συμφωνία ἀρνήθηκε νά ὑπογράψει ὁ ἄγιος Μᾶρκος Ἐφέσου καί ἀποκήρυξε ὁ Σχολάριος μαζί μέ τόν λαό πού δέν εἶχε ξεχάσει τήν κτηνωδία τῆς φραγκοκρατίας.
 Ἡ ἀπόσπαση ἐδαφῶν ἀπό αἱρετικούς, ἡ φορολογική πολιτική, οἱ ἐσωτερικές διαμάχες καί ἡ παραμέληση τοῦ στρατοῦ, εἶναι τά ὁρατά αἴτια πού ὁδήγησαν κάποιους ἱστορικούς στήν πεποίθηση ὅτι ἡ κατάρρευση καί τῆς πρωτεύουσας ἦταν ζήτημα χρόνου. Παρέβλεψαν ὅτι καί σέ ἄλλες περιστάσεις οἱ συσχετισμοί ἦταν σέ βάρος της, ἐνῶ τό ᾿21 οἱ Ὀθωμανοί, παρά τήν ὑποστήριξη τῶν μεγάλων δυνάμεων, ἡττήθηκαν ἀπό μιά χοῦφτα ξυπόλυτους, χωρίς μιά πιθαμή δική τους γῆ. Παρέβλεψαν ἐπίσης ὅτι ἄν δέν ἀνοιγόταν ἡ κερκόπορτα στήν Ἰουδαϊκή συνοικία καί ἄν εἶχε στείλει τή βοήθεια πού ὑποσχέθηκε ὁ πάπας –πού πανηγύρισε τήν Ἅλωση– ἄλλη θά ἦταν ἡ ἐξέλιξη τῆς ἀναμέτρησης. Δόθηκε πάντως μιά ἀκόμη ἔμπρακτη ἐξήγηση στήν φράση τοῦ ἁγίου Παϊσίου «οἱ σιωνιστές δίνουν τίς ἐντολές στόν πάπα καί ὁ πάπας στούς μουσουλμάνους».
 Στήν Ὀρθόδοξη ἀντίληψη τῆς Ἱστορίας τά περιστασιακά αἴτια φωτίζονται ἤ προκαλοῦνται ἀπ᾿ τά πνευματικά. Ὅτι οἱ Τοῦρκοι θά ἔλυναν τήν πολιορκία, ἄν δέν ἐξαφανίζονταν τό φῶς πού σκέπαζε τήν Βασιλεύουσα, καθώς καί τό ὅραμα ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐπέτρεπε νά κυριευτεῖ ἡ Πόλη ἄν ἔβρισκε μέσα της πέντε πιστούς, ὁδηγοῦν ἀλλοῦ τήν αἰτιολόγηση τῆς Ἅλωσης. Σάν σέ πνευματική ἀνατομία ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος ἐπισημαίνει τήν ἀπομάκρυνση τῶν μοναχῶν ἀπ᾿ τήν ἡσυχαστική παράδοση, τήν ὑλική ἐκμετάλλευση τῶν μοναστηριῶν καί τῶν Μυστηρίων, τήν κατάπτωση τῶν ἡθῶν καί τά συλλείτουργα μέ Λατίνους καί λατινόφρονες, βεβήλωση πού δέν ἀποδοκίμασε ὁ λαός ὅπως τήν ψευδένωση. Ἴσως ἐπέτρεψε ὁ Θεός τήν κάθαρσή τους στούς γοερούς θρήνους καί στό αἷμα τους ὡς συνέπεια τῆς ὀλιγοπιστίας τους καί γιά νά μήν ξεκόψουν ἀπ᾿ τή ρίζα τους καί παραδοθοῦν στόν πνευματικό θάνατο ἐνδίδοντας στήν αἵρεση. Ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην ὡς τιμωρία, νομοτέλεια, ἀλλά καί ὡς δοκιμή πού ἐλευθερώνει. Ἄρση τοῦ Σταυροῦ καί φωτισμός τοῦ ἐχθροῦ ὡς εὐλογία τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, τῆς ζωῆς. Τέτοια ματιά ἁρμόζει στόν ὑποδειγματικό ἡγέτη Παλαιολόγο, πού προτίμησε μέ τόν λαό τόν θάνατο ἀπ᾿ τήν ὑποταγή, στόν τελευταῖο λόγο του πού συγκλονίζει, ἰδίως στίς φράσεις «Τήν ἐλπίδα πᾶσαν εἰς τήν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, δεύτερον δέ καί ἐν τῇ ρωμαλεότητι ἥν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ Θεία δύναμις» ὅπως καί «ἅπαντες θανάτῳ ἀποθανούμεθα». Ἤξεραν, ἀλλά δέν παραδόθηκαν.
Γιά τόν Καργάκο, ἡ Ἅλωση ὑπῆρξε πλῆγμα γιά τόν παγκόσμιο πολιτισμό, ὡστόσο δέν ἐπέφερε ἀφανισμό στήν πίστη, ἀλλά τήν πλούτισε μέ Νεομάρτυρες νικώντας στό πνευματικό πεδίο τόν κοσμοκράτορα. Αὐτό τό μεγαλεῖο ἀνέδειξε καί τή σκλαβιά συνθήκη ἁγιασμοῦ, καί ἐνέπνευσε τό ὅραμα τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Ρωμιοσύνης, ἀφοῦ ὁ βασιλιάς δέν παραδόθηκε καί δέν παρέδωσε τήν πατρίδα.
Μετά τόν Καποδίστρια, μιά νέα Φραγκοκρατία ἀλλοιώνει συστηματικά τήν θεόπνευστη παράδοσή μας, ἀφομοιώνοντας σέ ξένη σκέψη καί ζωή τούς ἐπιπόλαιους. Στόν ἀντίποδα αὐτῶν τῶν κάλπικων σοφῶν πού «ἐκσυγχρονίζουν», ὑποτάσσουν δηλαδή στόν χρόνο καί τά αἰώνια, κρατοῦμε θησαυρό ἀτίμητο τή λεβεντιά καί τό φιλότιμο, ὡς ἦθος πού μᾶς ξεχωρίζει, καί τήν ἀνεκτίμητη δωρεά, τόν τρόπο πού θεώνεται ὁ ἄνθρωπος, σάν χρέος φωτισμοῦ τῆς οἰκουμένης. «Μένει πάντα ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ δύναμη πού ἀνιστᾶ νεκρούς… Τελικά ἡ μεγάλη ἰδέα τοῦ γένους μας ταυτίζεται μέ τή μεγάλη ἰδέα τοῦ ἀνθρώπινου γένους πού εἶναι ἡ σαρκωμένη ἀγάπη, ἡ θυσία γιά τόν ἄλλον. … Οἱ ἱστορικές δοκιμασίες μᾶς ἀνάγουν σέ μιά μυσταγωγία πού φανερώνεται ἀτελεύτητη ἄνοδος ἀπ᾿ τό σχετικό καί ἀνθρώπινο, στό Θεανθρώπινο» σημειώνει ὁ ἔξοχος ἐκφραστής τοῦ ἀνεπανάληπτου μεγαλείου τῆς Ὀρθοδοξίας π.Βασίλειος, στό «Ἡ Ἁγια-Σοφιά φῶς τῆς ἱστορίας μας».
Τελώντας σήμερα, δυνάμει τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου τό μνημόσυνο τέτοιων πεσόντων, πού κυκλοφοροῦν ἐντός καί ἐκτός τῆς Ἱστορίας, ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι μοῦ λείπει τό ἀνάστημα νά τούς τιμήσω καί γιά τή θυσία τους καί γιά τήν ἀρχοντική καταγωγή πού μᾶς παρέδωσαν καί γιατί μᾶς ἔδειξαν τήν ἐλευθερία ἀπ᾿ τήν ἄγνοια τοῦ Κτίστη καί ἀπ᾿ τόν φόβο τοῦ θανάτου. Ἐπειδή δέν ἀξιώθηκα ἀκόμη νά θυσιάσω μιά σταγόνα αἷμα, ὡς ἀντίσταση στούς οἰκουμενιστές, πού διαλέγονται μέ ἐκπροσωποῦντες μιά Ὀρθοδοξία πλούσια σέ κούφια δόξα, ἀλλά στερημένη ἀπό πιστότητα θυσιαστική καί ἀπό ταπείνωση μετανοητική, ὅπου ἡ αὐτογνωσία οὐσιώνεται ὡς μετοχή στήν Θεία ζωή. Αὐτήν μᾶς ἀποκάλυψαν σύγχρονοι Ἅγιοι, πού ἡ ἀπουσία τους βαραίνει τή ζωή καί δυναμώνει ὁ χείμαρρος τῆς ἀποστασίας, λιγοστεύοντας τούς ἄξιους τοῦ αἵματος τῶν θυσιασμένων. Πού αὐτή τήν ὥρα τούς χρειαζόμαστε συμπολεμιστές μας στόν ἀγῶνα γιά τήν ἴδια πίστη, γιά ν᾿ ἀποκηρύξουμε μαζί τήν βλάσφημη ἀναφορά τοῦ πατριάρχη, ὅτι καταξιωμένοι Ἅγιοι ὑπῆρξαν θύματα τοῦ ὄφεως, τό βλάσφημο συλλείτουργό του μέ τόν ἀβάπτιστο πάπα, τήν βλάσφημη ἀποδοχή τῶν αἱρέσεων ὡς Ἐκκλησίας, τῆς διαστροφῆς ὡς φυσιολογικῆς, τά βλάσφημα συλλείτουργα μέ ἀχειροτόνητους καί καθηρημένους, τόν ἀνίερο ἀποκλεισμό τοῦ λαοῦ ἀπ᾿ τά Μυστήρια καί τήν Ἀνάσταση, καί νά συμφωνήσουμε στό δίκαιο ἀνάθεμα ὄρθιου Ἱεράρχη γιά ἄνανδρη βλασφημία συμπλεγματικῶν πού φρίττουν τήν Μετάληψη, ὅπως ὁ βελίαρ, ἐνῶ πρόθυμα δέχονται ἀλλόθρησκους μέ προσωπεῖο μετανάστη. Καί νά καταγγείλουμε στόν Κύριο Σαβαώθ τήν κατά συρροή συνειδητή ἀποστασία καί ὅσων προσφέρονται ὡς ἀλεξικέραυνο στούς ὑβριστές τῆς πίστεως καί τῶν πιστῶν, καί πού αὔριο θά μᾶς καλέσουν ἴσως νά ἀρνηθοῦμε καί τό Βάπτισμα γιά νά δεχτοῦμε χάραγμα. Τέλος νά ζητήσουμε νά μᾶς ἀξιώσει κληρικούς πού δίνουν γνώμη καί εὐλογία τοῦ Χριστοῦ κι ὄχι δική τους, γιά νά ὁδηγηθεῖ ἡ Ἐκκλησία μέ ὀρθή πλεύση πρός τήν ἄνω Σιών καί τήν εἰρήνη.
Ἄν μέ τή Χάρη Του -φῶς πού φωτίζει τούς πιστούς καί καίει τούς ἀπίστους- ἐμμείνουμε στήν πίστη τῶν Ἁγίων δίχως πλάνη ἀπό παγκόσμιες ὑπερδυνάμεις, πού ἐξαπολύουν πυρηνικά πνευματικά, συντριπτικά ὑπέρτερα κάθε ἐποχῆς, ἰδιαίτερα μέσα στόν κόσμο ὅπου ἡ ἀλλοτρίωση μέ ταχύτητα φωτός, μπορεῖ νά εἴμαστε ἐμεῖς πού θ᾿ ἀξιωθοῦμε αὔριο τήν ἀπελευθέρωση ὅλης τῆς Πατρίδας καί ἰδιαίτερα τῆς Βασιλεύουσας, μοναδικό δῶρο ἄξιο νά τό προσφέρουμε στούς μακαρίους πεσόντες, γιά νά κοινωνήσουμε μαζί τους ὑπό τήν Ἁγία Σκέπη ἕνα σκίρτημα ἀπ᾿ τήν αἴσθηση τῆς Βασιλείας. 



Μετά τήν ὁμιλία τοῦ κυρίου Ἰωάννη Πελίτη, ὁ σεβαστός Γέροντας ἀνέβηκε στό βῆμα καί, μεταξύ ἄλλων, εἶπε:
« Ὅταν γίνεται ἔκπτωση στήν πίστη ἀκολουθεῖ ἐθνική συμφορά. Τώρα ἡ συμφορά εἶναι παγκόσμια. Ἀλλά σέ μᾶς ἡ συμφορά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα ὅπως στούς αἱρετικούς καί τούς ἀλλοθρήσκους. Ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στόν οὐρανό, τό ἔδωσε ὁ Θεός σέ μᾶς στούς Ὀρθοδόξους, ἐδῶ στή γῆ. Ἐμεῖς ἀντί νά κρατήσουμε τό καντήλι τῆς πίστης μας ἀναμμένο καί νά τό παραδώσουμε στόν κόσμο ὁλόκληρο, τό σβήσαμε καί τό ξανανάψαμε μέ τά φῶτα τῶν ἀλλοδόξων καί ἀλλοπίστων. Γέμισε ἡ ζωή μας μαυρίλα, καπνό καί σκοτάδι.
» Σήμερα ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου Πελίτη ἦταν μιά διαφορετική ὁμιλία ἀπό ὅλες ὅσες ἀκούσαμε μέχρι τώρα. Θά ἔλεγα ὅτι φανέρωσε τήν καρδιά ὅλης τῆς ὑπόθεσης γιά τήν πτώση της Πόλης. Δέν σταθήκαμε ἐμεῖς ἱκανοί νά κρατήσουμε τό καντήλι τῆς πίστης ἀναμμένο. Ὅταν ἔσβησε, τρέξαμε σάν τίς μωρές παρθένες νά τό ἀνάψουμε. Καί ξεχάσαμε ὅτι τό φῶς σέ μᾶς ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό. Καί δέν κοιτάξαμε τόν οὐρανό, ἀλλά κοιτάξαμε γύρω μας τούς ἀλλοπίστους καί τούς προδότες τῆς πίστεως, τούς αἱρετικούς. Καί ἔτσι τό καντήλι μας ἀναδίδει καπνιά καί μαυρίλα.
»Ἀδέλφια μου, ἔχουμε εὐθύνη, πρῶτα γιά τόν ἑαυτό μας, ὕστερα γιά τήν οἰκογένειά μας, ὕστερα γιά ὅλους ὅσους τά μάτια μας ἀντικρύζουν. Νά ξέρετε πώς ὅ,τι ἔχει ὁ καθένας μέσα στήν καρδιά του, αὐτό δίνει. Καί ἄν ἔχει φῶς ἀληθινό, φῶς ἀληθινό δίνει. Ἄν ὄμως ἔχει τό δανεικό φῶς ἀπό τούς Φράγκους πού ἔχουν πραγματοποιήσει τό ἔργο τοῦ Ἀντιχρίστου ἤ ἀπό τούς ἀλλοπίστους, ἀπό τούς ἄλλους αἱρετικούς, τότε ἀλλοίμονό μας.
»Ἕνα θά πρέπει νά προσέξουμε. Ὅταν θά ᾿ρθει ἡ ὥρα νά κλείσουμε τά μάτια μας, νά εἴμαστε Ὀρθόδοξοι. Σιγοκαίει ὅμως τό καντήλι σέ κάποιες ψυχές πού τόν Χριστό ἀγαποῦν. Δέν μπορεῖ κανείς ποτέ νά τό σβήσει. Ἄν σβήσει, θά χαθεῖ ὁ κόσμος ὁλόκληρος. Θά ὑπάρχει κόσμος, ὅσο ὑπάρχει τό καντήλι ἀναμμένο σέ κάποια γιαγιά, σέ κάποιον ἀσκητή, σέ κάποιον ἐρημίτη, ὅσο ὑπάρχει στό βλέμμα καί στό χαμόγελο τοῦ κάθε μικροῦ παιδιοῦ.
»Καί ἄν δέν στραφοῦμε καί γίνουμε σάν τά παιδιά, καί ἄν δέν ξαναφέρουμε μέσα στήν ψυχή μας τήν παιδική μας πίστη, δέν θά μπορέσουμε νά δοῦμε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Γιά μᾶς ὁ τάφος θά εἶναι θάνατος καί δέν θά εἶναι Ἀνάσταση. Εὔχομαι ὅμως τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως νά μᾶς φωτίσει γιά νά δοῦμε τήν ἀλήθεια.
»Καί οἱ ἐκκλησιές, ὅπως μοῦ ἔλεγε ἕνας ἐρημίτης, δέν κλείνουν ποτέ. Καί ὅποιοι τολμήσουν νά τίς κλείσουν, θά «κλείσει» ἡ ψυχή τους. Γιατί αὐτό εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία πού ὑπάρχει πάνω στή γῆ, ἡ βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
»Εὔχομαι, ἀδέλφια μου, μετά ἀπό αὐτόν τόν θάνατο μέσα στόν ὁποῖο μᾶς ἔριξαν, νά βγοῦμε στήν Ἀνάσταση, στό φῶς, καί στήν εὐλογία, μέ ἀναμμένα τά καντήλια τῆς πίστης πού μᾶς ἔδωσαν οἱ Πατέρες μας καί οἱ Πατέρες τῶν Πατέρων μας. Ἀμήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου